Προσπελάσεις (Views): 19606
Πακέτο: Α. ΠΟΛΛΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ: Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στο Δημοτικό Σχολείο

Ενότητα: Νερό

Κεφάλαιο: Οι σύγχρονες κοινωνίες και η διαχείριση των υδάτινων πόρων

Οι σύγχρονες κοινωνίες και η διαχείριση των υδάτινων πόρων

 
 
        Σήμερα η διαδικασία ανάπτυξης έφτασε σ' ένα καθοριστικό σημείο στη σχέση της με τη βιόσφαιρα. Μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, με τις επικρατούσες συνθήκες, ο άνθρωπος δεν απειλούσε σοβαρά ούτε τους υδάτινους πόρους, ούτε το ρυθμό αποκατάστασης τους από τη φύση. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, διαπιστώνεται ότι προκαλεί σοβαρές διαταραχές τόσο με την υπερεκμετάλλευση των υδατικών πόρων, τους οποίους οδηγεί σε εξάντληση, όσο και με την υποβάθμιση τους λόγω ρύπανσης. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της νέας περιόδου είναι η πραγματοποιηθείσα ή επιχειρούμενη οικονομική ανάπτυξη, η δημογραφική έκρηξη και οι τεχνολογικές πρόοδοι που όξυναν τις σχέσεις των ανθρώπινων κοινωνιών με το νερό. Ενδεικτικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι ενώ κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα ο πληθυσμός της γης τριπλασιάστηκε, η χρήση των υδατικών πόρων εξαπλασιάστηκε. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) και η UNICEF υπολογίζουν ότι 1,1 δισ. άνθρωποι ζουν χωρίς πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό, 1,8 εκατ. άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από ασθένειες που συνδέονται με τη διάρροια, ενώ 3.900 παιδιά πεθαίνουν καθημερινά από ασθένειες που προέρχονται από το νερό. Και ενώ στη Βόρεια Αμερική και στην Ιαπωνία ο μέσος κάτοικος των αστικών περιοχών χρησιμοποιεί 350 λίτρα νερού σε καθημερινή βάση, ο μέσος κάτοικος των χωρών της υποσαχάριας Αφρικής χρησιμοποιεί μόλις 10-20 λίτρα  (http://www.worldwatercouncil.org). Να σημειώσουμε όμως ότι έχει υπολογιστεί πως ένας άνθρωπος χρειάζεται περίπου 20-50 λίτρα καθαρού νερού κάθε μέρα. Στο Χάρτη 1 παρουσιάζεται το επίπεδο κάλυψης των αναγκών σε πόσιμο νερό των χωρών του πλανήτη. Είναι φανερό ότι οι χώρες της υποσαχάριας Αφρικής καθώς και μερικές ασιατικές χώρες (όπως το Αφγανιστάν, η Μογγολία, η Παπούα Νέα Γουινέα κ.ά.) μαστίζονται από το έλλειμμα πόσιμου νερού, καθώς το επίπεδο κάλυψης των αναγκών σε ορισμένες περιπτώσεις είναι χαμηλότερο και του 50%.

Χάρτης 1
Το επίπεδο κάλυψης των αναγκών σε πόσιμο νερό των χωρών του πλανήτη - 2006
Πηγή: UNICEF / WHO 2008.  

Η κατανάλωση του νερού.
 

        Το νερό που χρησιμοποιείται σε κάθε χώρα διανέμεται στη γεωργία, τη βιομηχανία και την οικιακή χρήση. Σε παγκόσμιο επίπεδο, υπολογίζεται ότι το 70% περίπου του γλυκού νερού που καταναλώνει ο άνθρωπος για τις καθημερινές του ανάγκες χρησιμοποιείται για την άρδευση των καλλιεργειών (http://www.eydap.gr/media/Stagonoulis/stagonoulispopup/index_gr.htm). Ωστόσο, η κατανομή του νερού στις τρεις δραστηριότητες εξαρτάται από το βαθμό και το είδος της ανάπτυξης της χώρας. Παράλληλα όμως επηρεάζεται τόσο από τις κλιματολογικές συνθήκες όσο και από το είδος των καλλιεργειών (επιλογή νερού και ανάγκες σε νερό, τρόπος άρδευσης, εντατική ή μη γεωργία), οι οποίες προσδιορίζουν τις αρδευτικές απαιτήσεις της χώρας. Στις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, όπως η Αγγλία και η Γερμανία, το μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου νερού διοχετεύεται στη βιομηχανία. Αντίθετα, στις χώρες που η ανεπτυγμένη γεωργία τους στηρίζεται στις αρδευόμενες καλλιέργειες, το περισσότερο νερό διοχετεύεται στη γεωργία.
        Γενικά η κατανάλωση του νερού για οικιακή χρήση, είναι ανάλογη με το βιοτικό επίπεδο μιας χώρας. Υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, μεγαλύτερο κατά άτομο εισόδημα, συνεπάγεται και μεγαλύτερη κατανάλωση νερού (μεγαλύτερα σπίτια, καλύτερες συνθήκες καθαριότητας και υγιεινής, αλλαγή τρόπου ζωής κ.λπ.). Αυτό όμως δεν ισχύει πάντα. Στα σύγχρονα κράτη όπου η Πολιτεία και οι κοινωνίες έχουν συνειδητοποιήσει τη σημασία εξοικονόμησης αυτού του φυσικού πόρου, γίνονται σοβαρές προσπάθειες περιορισμού της χρήσης του ακόμα και σε επίπεδο οικιακής χρήσης. Αυτό προκύπτει και από τους σχετικούς υπολογισμούς του FAO που παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Οι ΗΠΑ καταναλώνουν μακράν το περισσότερο νερό σε οικιακές χρήσεις (210 κυβ. μέτρα ανά άτομο το χρόνο). Όμως το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί εξαίρεση και καταναλώνει 35 κυβ. μέτρα ανά άτομο το χρόνο. Ο μέσος Έλληνας αποτελεί έναν από τους πιο σπάταλους πολίτες του κόσμου σε νερό οικιακής χρήσης, χρησιμοποιώντας περίπου 115 κυβ. μέτρα το χρόνο.
        Σύμφωνα με τον FAO, το 2007 στην Αφρική το 84% (και στην Ασία και τον Ειρηνικό το 79%) του καταναλισκόμενου νερού αφορούσε αγροτικές χρήσεις ενώ στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο του 40% (UN-ESCAP 2007). Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται η κατανάλωση νερού σε διάφορες χώρες του πλανήτη κατά το έτος 2000. Επιπλέον καταγράφονται τα ποσοστά χρήσης του νερού στους τρεις τομείς (αστική, γεωργική βιομηχανική).
 
Πίνακας 1
Η κατανάλωση νερού σε διάφορες χώρες του πλανήτη το 2000 – Κατανομή ανά τομέα χρήσης

Χώρα
Πληθυσμός*
Συνολική  κατανάλωση νερού (106κυβ.μέτρα)
Κατανάλωση ανά άτομο
(κυβ. μέτρα / άτομο)
Ποσοστό οικιακής χρήσης (%)
Ποσοστό γεωργικής χρήσης (%)
Ποσοστό βιομηχανικής χρήσης (%)
***
Ελλάδα
11.048.000
7.760
702
16,4
80,5**
3,22
Γερμανία
82.507.000
47.000
570
12,3
19,8
67,9
Ην. Βασίλειο
59.305.000
9.540
161
21,7
2,94
75,4
Ιταλία
57.880.000
44.400
767
18,2
45,1
36,7
Πολωνία
38.612.000
16.200
420
13
8,33
78,7
Κένυα
32.040.000
1.580
49
29,7
63,9
6,33
Καμερούν
15.455.000
990
64
18,2
73,7
8,08
Ινδία
1.054.373.000
646.000
613
8,09
86,5
5,45
Ιράν
67.587.000
88.500
1.309
5,08
93,8
1,13
Ιαπωνία
127.525.000
88.400
693
19,7
62,5
17,9
Παραγουάη
5.740.000
490
85
20,4
71,4
8,16
ΗΠΑ
289.821.000
479.000
1.654
12,7
41,3
46
Μεξικό
102.946.000
78.200
760
17,4
77,1
5,48
* Αναφέρεται στο έτος 2002. Οι τιμές των υπολοίπων στηλών αναφέρονται στο έτος 2000.
** Θα πρέπει να σημειωθεί ότι διάφορες πηγές στην Ελλάδα (Υπουργεία, Οργανώσεις, ερευνητές) ανεβάζουν το συγκεκριμένο ποσοστό σήμερα στο 84-86%.
*** Οι μικρές αποκλίσεις του αθροίσματος των ποσοστών των τριών τομέων από το 100% οφείλονται σε στρογγυλοποιήσεις της πρωτογενούς πηγής δεδομένων.


        Από τον παραπάνω Πίνακα, λοιπόν, γίνονται φανερές οι μεγάλες διαφορές στα επίπεδα κατανάλωσης νερού για τους τρεις βασικούς τομείς χρήσης ανά χώρα. Για παράδειγμα, ο μέσος άνθρωπος μιας γεωργικής κοινωνίας, όπως είναι του Ιράν, καταναλώνει περίπου 1.230 κυβ. μέτρα το χρόνο για τις καλλιέργειες και μόλις 66 κυβ. μέτρα για οικιακή χρήση και 15 κυβ. μέτρα για τη βιομηχανία. Αντίστροφα σε μια ανεπτυγμένη βιομηχανική χώρα, όπως οι ΗΠΑ, ο μέσος άνθρωπος καταναλώνει ετησίως 760 κυβ. μέτρα για βιομηχανικές χρήσεις, 683 κυβ. μέτρα για τη γεωργία και 210 κυβ. μέτρα για διάφορες οικιακές χρήσεις.
        Αν υποθέσουμε ότι οι ανάγκες σε νερό για το μέσο άνθρωπο, ομοιόμορφα κατανεμημένο πάνω στη Γη, είναι περίπου 630 κυβ. μέτρα  το χρόνο (υπολογισμός του FAO – 2000), η συνολική ανάγκη σε νερό, παγκοσμίως, θα είναι 3,8 τρισεκατομμύρια κυβ. μέτρα το χρόνο. Έχοντας υπόψη μας το ρυθμό που αυξάνει ο πληθυσμός της Γης, οι ανάγκες μας σε νερό θα αυξάνονται περίπου κατά τουλάχιστον 50 δισ. κυβ. μέτρα το χρόνο.
        Καθώς η ποσότητα του νερού που διακινείται στον υδρολογικό κύκλο κάθε χρόνο είναι περιορισμένη, έχει υπολογιστεί ότι το διαθέσιμο γλυκό νερό από το οποίο θα πρέπει να καλυφθούν όλες οι ανάγκες μας, και αυτό θα ισχύει για αρκετά χρόνια ακόμα, είναι 9 εκατ. κυβ. μ. το χρόνο. Συνεπώς, πολύ γρήγορα πρέπει να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα της έλλειψης του νερού.
        Για την παραγωγή τροφής και άλλων αγαθών (ρούχων, χαρτιού κ.λπ.) οι ποσότητες νερού που χρησιμοποιούνται για τον συνολικό κύκλο - από την παραγωγή μέχρι και την κατανάλωση - είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με την ποσότητα προϊόντος που παράγεται. Για να γίνει αυτό κατανοητό διαμορφώθηκε ένας δείκτης που λέγεται ‘υδάτινο αποτύπωμα’ (water footprint) και ο οποίος αντιπροσωπεύει τόσο την άμεση όσο και την έμμεση χρήση νερού (συμπεριλαμβανομένης, π.χ., της ρύπανσης που προκαλείται). Πιο συγκεκριμένα, το υδάτινο αποτύπωμα ενός ατόμου είναι ο συνολικός όγκος νερού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν τα αγαθά και οι υπηρεσίες που καταναλώνονται από το άτομο αυτό (http://www.waterfootprint.org/). Με βάση αυτήν τη λογική υπολογίζεται ότι σε παγκόσμιο επίπεδο (μέση τιμή) για την παραγωγή 1 κιλού καλαμποκιού απαιτείται συνολική χρήση 900 λίτρων νερού (ή ‘εικονικού νερού’ – virtual water – όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται). Για την ίδια ποσότητα σιταριού απαιτούνται 1.350 λίτρα, για ρύζι 3.000 λίτρα, ενώ για βοδινό κρέας απαιτούνται 16.000 λίτρα νερού. Αντίστοιχα, για μια κούπα καφέ χρησιμοποιούνται συνολικά 140 λίτρα νερού ενώ για 1 λίτρο γάλα χρησιμοποιούνται 1.000 λίτρα νερού.
        Η βιομηχανία καταναλώνει μεγάλες ποσότητες νερού. Αυτές οι ανάγκες αυξάνονται διαρκώς με τη δημογραφική έκρηξη. Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες μείωσης του χρησιμοποιούμενου νερού σε αρκετούς βιομηχανικούς κλάδους, μέσω της εγκατάστασης κλειστού κυκλώματος κυκλοφορίας του. Όμως, το σοβαρότερο πρόβλημα τίθεται από τη ρύπανση των νερών από τους βιομηχανικούς ρύπους. Επιπλέον, η βιομηχανική ανάπτυξη τείνει σε συγκέντρωση των δραστηριοτήτων γύρω από βιομηχανικούς πόλους, που συνηθέστατα είναι εγκατεστημένοι πλάι σε πλωτές οδούς επικοινωνιών (ποτάμια, λίμνες, λιμάνια), γεγονός που αποτελεί άμεση απειλή για τα νερά.
 
 

Η ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ  Η ΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΣΤΗΝ  ΕΛΛΑΔΑ
 

        Οι εκτιμήσεις για το συνολικό ετήσιο υδατικό δυναμικό της χώρας ποικίλουν. Στο Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. εκτιμάται ότι το δυναμικό αυτό προσεγγίζει τα 57,1 δισ. κυβ. μέτρα., στα οποία περιλαμβάνονται τα νερά που εισρέουν από γειτονικές χώρες. Η εκτίμηση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ανεβάζει το ετήσιο δυναμικό σε 65,3 δισ. κυβ. μέτρα, ενώ το Υπουργείο Ανάπτυξης το υπολογίζει σε 69 δισ. κυβ. μέτρα. Η Βάση Δεδομένων AQUASTAT του FAO (2007) υπολογίζει τους υδατικούς πόρους της χώρας μας στα 74,2 δισ. κυβ. μέτρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Ανάπτυξης το 85,1% του συνολικού υδατικού δυναμικού αποτελείται από επιφανειακά νερά, το 10,6% είναι καρστικά υπόγεια νερά ενώ το 4,3% είναι μικροδιεισδυτικά νερά.
        Η γεωγραφική κατανομή των υδατικών πόρων βασίζεται στο ετήσιο ανανεώσιμο υδατικό δυναμικό, με εξαίρεση τις υδρολογικές περιοχές οι οποίες δέχονται νερά από άλλες χώρες. Από αυτές τις υδρολογικές περιοχές η Αττική, η οποία παρουσιάζει την υψηλότερη συγκέντρωση πληθυσμού, είναι ιδιαίτερα φτωχή σε υδατικούς πόρους. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλά από τα νησιά του Αιγαίου όπου το μέσο ετήσιο ύψος βροχής είναι μικρότερο της αντίστοιχης μέσης τιμής του ελλαδικού χώρου. Με την αύξηση του τουρισμού κατά τις ξηρές εποχές, η διαθεσιμότητα νερού πέφτει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Οι Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και η Ανατολική (κυρίως) Κρήτη αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Οι αυξημένες ανάγκες του νερού, που οφείλονται κυρίως στις τουριστικές απαιτήσεις, αναγκάζει τα τελευταία χρόνια το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής να σπαταλά περίπου 5,5 εκατ. ευρώ για τη μεταφορά νερού σε άνυδρα νησιά. Ακραία παραδείγματα ανορθολογικής χρήσης του νερού που συνδέονται με τον τουρισμό στα νησιά είναι η δημιουργία ιδιαίτερα υδροβόρων εγκαταστάσεων όπως οι πισίνες και τα γήπεδα γκολφ.
        Σύμφωνα με την AQUASTAT, η ετήσια κατανάλωση νερού το 2000 στη χώρα μας υπολογίστηκε σε 7.760 εκατ. κυβ. μ. Το 80,5% διατέθηκε για άρδευση καλλιεργειών, το 16,4% για οικιακή κατανάλωση και το 3,2% για βιομηχανικούς σκοπούς. Όμως το 2008, σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων του ΥΠΕΧΩΔΕ, η ετήσια κατανάλωση νερού ανήλθε στα 8.243 εκατ. κυβ. μ., από τα οποία το 84% διατίθεται στην άρδευση, το 1% στην κτηνοτροφία, το 12% στην ύδρευση και το 3% στη βιομηχανία και την παραγωγή ενέργειας.  Το νερό το οποίο διατίθεται για αρδευτικούς σκοπούς συνήθως προέρχεται από ποταμούς μέσω των εκτροπών (Αξιός, Αλιάκμονας), από φράγματα και ταμιευτήρες (Πηνειός) ή από λίμνες και πηγές. Πρόσθετες ποσότητες παρέχονται με άντληση των υδροφόρων οριζόντων.
        Σύμφωνα με υπολογισμούς οι επιφανειακοί υδάτινοι πόροι συνεισφέρουν στο 65% της άρδευσης ενώ το υπόλοιπο προέρχεται από υπόγεια νερά. Κάθε χρόνο η συνολική αρδευόμενη έκταση αυξάνεται και η ζήτηση για νερό γίνεται ολοένα και πιο πιεστική. Οι νέες μορφές τεχνολογίας επιτρέπουν την άντληση νερού από καρστικούς υδροφόρους ορίζοντες σε μεγάλα βάθη. Η έλλειψη επιφανειακών υδάτων αυξάνει τη ζήτηση για υπόγεια ύδατα, γεγονός το οποίο συχνά οδηγεί σε υπεράντληση σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Σε πολλές περιπτώσεις οι γεωτρήσεις για νερό είναι παράνομες (σύμφωνα με εκτιμήσεις των τοπικών υπηρεσιών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, στη Θεσσαλία υπήρχαν περίπου 20.000 παράνομα πηγάδια στις αρχές της δεκαετίας του 1990).
        Η παροχή νερού στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών (με πληθυσμό 4 εκατ.) γίνεται πρωτίστως μέσω των ποταμών Μόρνου και Εύηνου και δευτερευόντως μέσω των λιμνών Παραλίμνη και Υλίκη, του ταμιευτήρα του Μαραθώνα και των υπογείων υδάτων (Κηφισός, Υλίκη). Οι κλιματολογικές αλλαγές, η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού και η υπερκατανάλωση προκαλούν έντονη λειψυδρία. Διάφορα μέτρα ανακοινώνονται κατά καιρούς με στόχο τον έλεγχο της ζήτησης όπως η ανατίμηση του νερού, η επιβολή ορίων στην κατανάλωση με χρηματικά πρόστιμα και η μείωση των απωλειών νερού από το δίκτυο παροχής. Επιπροσθέτως, έχουν πραγματοποιηθεί εκστρατείες ευαισθητοποίησης σχετικά με τη λειψυδρία.
        Άλλες μεγάλες πόλεις υδρεύονται με επιφανειακά ή υπόγεια νερά ή και με τα δύο και συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα λειψυδρίας, αλάτωσης και κακής ποιότητας του παρεχόμενου νερού. Σε αρκετές ημιαστικές περιοχές η κατά κεφαλήν κατανάλωση νερού ύδρευσης ξεπερνά ακόμα και τα 1000 lt ανά ημέρα (δεδομένου ότι χρησιμοποιείται και για το πότισμα κήπων ή εκτάσεων που καλύπτονται από γκαζόν), ένα ποσό που είναι συγκρίσιμο με εκείνο των πιο σπάταλων χωρών (όπως π.χ. οι ΗΠΑ). Σε μερικά νησιά το νερό μεταφέρεται με δεξαμενόπλοια, ενώ υπάρχουν μόνο λίγα παραδείγματα μονάδων αφαλάτωσης οι οποίες λειτουργούν κυρίως με τη μέθοδο της ανάστροφης ώσμωσης. Τα ελληνικά νησιά όμως έχουν περιορισμένες δυνατότητες επενδύσεων για την κατασκευή τέτοιων εγκαταστάσεων, οπότε πολύ συχνά επιλέγεται η λύση των δεξαμενοπλοίων. Όμως, μία σύγκριση του τρέχοντος κόστους της κάθε μεθόδου (κυρίως με τη χρήση ηλιακής και αιολικής ενέργειας για αφαλάτωση) θα έδινε μία τελείως διαφορετική εικόνα της πραγματικότητας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυτόνομη πλωτή μονάδα αφαλάτωσης που δημιουργήθηκε σε ερευνητικό επίπεδο από το Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και η οποία λειτουργεί με τη βοήθεια ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (αιολική, ηλιακή), χάρη στην αξιοποίηση μιας ενσωματωμένης ανεμογεννήτριας και φωτοβολταϊκών συστημάτων. Η μονάδα αυτή μπορεί να υποστηρίξει την υδροδότηση μικρών νησιών και ήδη το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής προσανατολίζεται στην αξιοποίηση αυτής της πατέντας και τη δημιουργία πολλών τέτοιων μονάδων (http://technologein.pathfinder.gr/desalination/). Επιπλέον, η χρήση εμφιαλωμένου νερού έχει παρουσιάσει σημαντική αύξηση κατά τα τελευταία χρόνια κυρίως λόγω της αβεβαιότητας την οποία αισθάνονται οι καταναλωτές ως προς την ποιότητα του πόσιμου νερού και τη λειψυδρία. Ενδεικτικά, ενώ το 1995 η κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού στην Ελλάδα ήταν 45 λίτρα ανά άτομο ετησίως, το 2005 η κατανάλωση αυξήθηκε στα 100 λίτρα ετησίως (Κώτσης 2008). Παρά το γεγονός πως η Ελλάδα παρουσιάζει τη μικρότερη κατά κεφαλήν κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις ενεργειακές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις αυτής της συνήθειας. Δεδομένου ότι η ανακύκλωση πλαστικού στη χώρα μας είναι ακόμα εξαιρετικά περιορισμένη, κάθε χρόνο καταλήγουν στις χωματερές περίπου 1 δισ. πλαστικά μπουκάλια νερού (Γιάνναρου 2006). Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλά εργοστάσια τα οποία χρησιμοποιούν μεγάλες ποσότητες νερού κατά τη διαδικασία παραγωγής. Σε γενικές γραμμές, αυτά εξασφαλίζουν το αναγκαίο νερό με δικούς τους τρόπους, κυρίως με άντληση. Οι οργανωμένες βιομηχανικές ζώνες οι οποίες δημιουργήθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ) διαθέτουν πλήρη δίκτυα παροχής και αποχέτευσης, ακόμα και επεξεργασίας υγρών αποβλήτων. Η ανακύκλωση νερού είναι πολύ περιορισμένη, σχεδόν αμελητέα, στις περισσότερες από αυτές.

Πηγή: Κουβέλης Σπ. κ.ά., 1994 (προσαρμογή), Κουτσογιάννης Δ. 2007.

 

Η  ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
 

        Μία συνολική σύγκριση της ποσότητας διαθέσιμου νερού και της συνολικής ζήτησης μπορεί να προκαλέσει την εντύπωση πως το νερό είναι άφθονο στην Ελλάδα. Όταν όμως κάποιος δεν χρησιμοποιήσει συνολικούς αριθμούς θα διαπιστώσει πως δεν είναι αυτή η πραγματικότητα. Παρά το γεγονός πως η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν παροχή νερού από όλες τις Μεσογειακές χώρες μέλη του ΟΟΣΑ (6.653 κυβ. μ. ανά κάτοικο – τιμή 2007 – World Resources Institute - Earthtrends), υπάρχουν σημαντικές παράμετροι οι οποίες στοιχειοθετούν την κρίση. Ένα από αυτά είναι η κατανομή της παροχής και της ζήτησης νερού ανάλογα με τη χρονική περίοδο και την περιοχή. Υπάρχουν περιοχές με μεγάλα αποθέματα νερού και άλλες με έντονες ελλείψεις. Αυτό συμβαίνει επειδή η γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων δεν συμβαδίζουν με τη διαθεσιμότητα του νερού. Η έντονη αστικοποίηση κατά την περίοδο 1960-1980, ο πολλαπλασιασμός των τουριστικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων και η αύξηση του μέσου εισοδήματος και της υποδομής έχει επιφέρει σημαντική αύξηση της ζήτησης νερού σε μικρές περιοχές.
        Η αγροτική παραγωγή έχει αυξηθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα. Αυτό οφείλεται στην προφανή αύξηση της ποσότητας του νερού η οποία χρησιμοποιείται για άρδευση. Η κατασκευή δικτύων άρδευσης, η εισαγωγή νέων μορφών τεχνολογίας στην άντληση και η έλλειψη συστήματος κοστολόγησης του αρδευτικού νερού έχουν δημιουργήσει την εντύπωση πως το νερό είναι ένας φυσικός πόρος χωρίς τέλος. Αυτή η κατάσταση ακόμα υπάρχει στο αναπτυξιακό πρότυπο το οποίο ακολουθείται στην Ελλάδα. Εξάλλου τα αρδευτικά έργα και τα δίκτυα της χώρας μας είναι αναλογικά μεγαλύτερα σε έκταση από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
        Τα συστήματα άρδευσης που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα είναι τα εξής τρία:
α)  Επιφανειακή άρδευση.
β)  Τεχνητή βροχή (σωλήνες και εκτοξευτήρες νερού).
γ)  Μικροάρδευση (στάγδην άρδευση, εκτοξευτήρες χαμηλής πίεσης) η οποία είναι η πιο οικονομική στην κατανάλωση νερού.
        Τα δημόσια δίκτυα άρδευσης (40% του συνόλου) χρησιμοποιούν την πρώτη μέθοδο από τις προαναφερθείσες κατά 35-40%, τη δεύτερη κατά 50-55% και την τρίτη κατά 10%. Από την άλλη πλευρά, τα ιδιωτικά δίκτυα άρδευσης χρησιμοποιούν την τρίτη μέθοδο σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό (περίπου 90%). Αυτή η πρακτική φαίνεται να κερδίζει συνεχώς έδαφος και ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Κρήτη.
        Κατά τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μία εμφανής μείωση των βροχοπτώσεων. Επιπλέον, η συνεχής μείωση της δασοκάλυψης λόγω των πυρκαγιών αυξάνει το συντελεστή απορροής και μειώνει το ετήσιο υδατικό δυναμικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει έντονο πρόβλημα λειψυδρίας, εξάντλησης και αλάτωσης των υδροφορέων σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Οι τοπικοί υδατικοί πόροι δεν είναι αρκετοί ώστε να ικανοποιήσουν τη ζήτηση σε νερό. Συχνά οι παράλληλες χρήσεις γίνονται ανταγωνιστικές. Η έλλειψη ορθολογικής διαχείρισης των υδατικών πόρων χειροτερεύει την κατάσταση. Το φαινόμενο της παράνομης ιδιωτικής άντλησης από τους υδροφορείς είναι εκτεταμένο και ο έλεγχος του είναι πολύ δύσκολος.
        Από την άλλη, η προστασία της ποιότητας των υδατικών πόρων γίνεται ολοένα και πιο σημαντική. Σε γενικές γραμμές η ποιότητα του επιφανειακού νερού είναι καλή. Όμως οι ανθρώπινες δραστηριότητες και η μείωση των υδατικών αποθεμάτων επιφέρουν την αυξημένη συγκέντρωση ρύπων στα υδατικά αποθέματα. Κυριότερες πηγές ρύπανσης είναι οι αγροτικές δραστηριότητες (γεωργικά φάρμακα, λιπάσματα, κτηνοτροφικά απόβλητα), οι βιομηχανικές δραστηριότητες (βιομηχανικά και βιοτεχνικά απόβλητα) και οι αστικές δραστηριότητες (αστικά λύματα και απορρίμματα). Ένα πρόσφατο παράδειγμα έντονης βιομηχανικής ρύπανσης καταγράφηκε στον ποταμό Ασωπό, όπου βιομηχανίες απορρίπτουν ανεπεξέργαστα απόβλητα που περιέχουν στοιχεία με υψηλή τοξικότητα (βαρέα μέταλλα) σε περίπου 135 σημεία της κοίτης του. Οι τοξικές ουσίες εκτιμάται ότι έχουν προκαλέσει σοβαρή ρύπανση και στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα της ευρύτερης περιοχής. Ο ποταμός Πηνειός αποτελεί ένα άλλο παράδειγμα διαχρονικής ρύπανσης, η οποία προέρχεται τόσο από βιομηχανίες της περιοχής όσο και από αστικές πηγές (ανεπεξέργαστα λύματα, απορροές από χωματερές) και αγροτικές δραστηριότητες. Η ιδιαίτερα μεγάλη λεκάνη απορροής που τον περιβάλλει, στην οποία αναπτύσσονται καλλιέργειες όπου γίνεται εκτεταμένη χρήση γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων, καθώς και οι πολυάριθμες βιομηχανίες και βιοτεχνίες που βρίσκονται κατά μήκος της κοίτης του, «τροφοδοτούν» τον Πηνειό με υψηλό ρυπαντικό φορτίο. Ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων η ροή του είναι περιορισμένη, οι συγκεντρώσεις των ρύπων είναι ιδιαίτερα υψηλές. Αντίστοιχα σοβαρά προβλήματα ρύπανσης αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια η λίμνη Κορώνεια, στην οποία μάλιστα έχουν καταγραφεί (2004) μαζικοί θάνατοι πουλιών και ψαριών εξαιτίας των ρύπων.
        Τέλος, η διεθνής συνεργασία στη διαχείριση των διασυνοριακών ποταμών έχει προσλάβει ιδιαίτερη σημασία καθώς αυτοί οι ποταμοί φαίνεται να αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα ρύπανσης. Τέτοια παραδείγματα μπορούν να αναζητηθούν στις περιπτώσεις των ποταμών Στρυμώνα, Αξιού και Έβρου.

Πηγή: Κουβέλης Σπ. κ.ά., 1994 (προσαρμογή), Κουτσογιάννης Δ. 2007.


 

Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ


Ο καταμερισμός του νερού στη γεωργία, τη βιομηχανία και την οικιακή χρήση επηρεάζεται κατά πολύ από τη βαρύτητα που αποδίδεται στην αρδευόμενη γεωργία για την οικονομική ανάπτυξη ενός κράτους. Σε παγκόσμια κλίμακα, η άρδευση καταναλώνει περισσότερο από τα τρία τέταρτα του διαθέσιμου υδάτινου αποθέματος, αλλά σε χώρες όπως η Ινδία, το Μεξικό, το Ιράν αλλά και η Ελλάδα το ποσοστό είναι ακόμα μεγαλύτερο. Στην Ιαπωνία η γεωργία καταλαμβάνει μικρό μέρος στην οικονομία του κράτους αλλά οι ανάγκες για νερό της γεωργικής χρήσης είναι μεγάλες γιατί σχεδόν όλες οι καλλιέργειες στηρίζονται στην άρδευση. Ο διαφορετικός καταμερισμός της χρήσης του νερού που χαρακτηρίζει τις Η.Π.Α., την Πολωνία, το Ην. Βασίλειο καθώς και τη Γερμανία, υποδεικνύει όχι μόνο μεγαλύτερη κατανάλωση νερού από τη βιομηχανία, αλλά και γεωργία που στηρίζεται στις
βροχοπτώσεις.

Πηγή πρωτογενών δεδομένων: FAO-AQUASTAT http://www.fao.org/nr/water/aquastat/data/query/index.html



Η σύγχρονη γεωργία και η διαχείριση του νερού.
 

        Η αναζήτηση καλύτερων αποδόσεων και μιας κανονικότητας στην παραγωγή, για την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου σε τρόφιμα, οδήγησε στην επέκταση των αρδευόμενων εκτάσεων (βλ. Αγροοικοσυστήματα). Στην Ελλάδα για παράδειγμα, το 1929 υπήρχαν 1,78 εκατομ. αρδευόμενα στρέμματα, το 1955 3,1 εκατομ. στρ. και το 1987 11,5 εκατομ. στρ., που αντιστοιχούσαν στο 32,6% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Το 2003 οι αρδευόμενες καλλιέργειες ξεπέρασαν τα 14,5 εκατομ. στρ. (FAO & World Resources Institute).
        Στις ημίξερες περιοχές, οι επικρατούσες κατά κανόνα συνθήκες έντονης εξάτμισης και χαμηλής σχετικά βροχόπτωσης, σε συνδυασμό με την τάση επέκτασης των αρδευόμενων εκτάσεων, περιορίζουν τη δυνατότητα ανανέωσης του υδατικού δυναμικού τους με αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών λειψυδρίας. Αν στα προηγούμενα προστεθεί ότι τα επιτελούμενα υδροληπτικά έργα γίνονται συχνά χωρίς τεκμηριωμένες μελέτες και χωρίς έλεγχο, όσον αφορά στην ανόρυξη νέων γεωτρήσεων και την εκβάθυνση παλιών, και ότι τελευταία έχουμε την εκδήλωση φαινομένων ανομβρίας, τότε γίνεται αντιληπτό ότι το φαινόμενο λειψυδρίας στα υπόγεια νερά θα ενταθεί χρόνο με το χρόνο. (Παράδειγμα αποτελεί η πτώση του υδροφόρου φρεατικού ορίζοντα και πτώση της παροχής των ποταμών Πηνειού και Νέστου το 1977, το 1985 και κυρίως το 1990 σε περιόδους ανομβρίας.)
        Με την αποστράγγιση ελωδών περιοχών και λιμνών και με την επέκταση των αρδευόμενων εκτάσεων εξαφανίστηκαν, περιορίστηκαν ή υποβαθμίστηκαν υγρότοποι υψηλής οικολογικής αξίας (εξαφάνιση σπάνιων ειδών φυτών και ζώων, και κυρίως ορνιθοπανίδας, βλ. Επιφανειακά νερά), ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, η καλλιεργούμενη γη που εξοικονομήθηκε ήταν χαμηλής γεωργικής αξίας. Τη θεαματικά υψηλή παραγωγικότητα αυτών των εδαφών κατά τα πρώτα χρόνια μετά από την εκτέλεση των εγγειοβελτιωτικών έργων, ακολούθησε, σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. Κάρλα), η εκδήλωση φαινομένων αλατοποίησης των εδαφών που τελικά οδηγούν στην υποβάθμιση τους (βλ. Έδαφος).
        Στις ανεπτυγμένες κυρίως χώρες, η εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής συνεπάγεται και την εντατική χρησιμοποίηση χημικών ουσιών όπως φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων. Έτσι, τα επιφανειακά και υπόγεια νερά απειλούνται με ρύπανση από νιτρικά και βιοκτόνα που θέτουν σε κίνδυνο την πανίδα και τη χλωρίδα αλλά και τη δημόσια υγεία (βλ. Αγροοικοσυστήματα). Η ρύπανση των υπόγειων νερών από τις αγροτικές δραστηριότητες είναι πηγή σοβαρών ανησυχιών, αφού τα νερά αυτά στις ζώνες που καταλαμβάνει η γεωργία αποτελούν μελλοντική πηγή νερών ποιότητας. Οφείλουμε βέβαια να σημειώσουμε ότι στις ανεπτυγμένες χώρες (και στην Ελλάδα) η χρήση λιπασμάτων έχει αρχίσει να μειώνεται κατά τα τελευταία δέκα χρόνια.



Η καταστροφή της βλάστησης και οι επιπτώσεις στον υδρολογικό κύκλο.
 

        Η βλάστηση ασκεί με πολλαπλούς τρόπους την προστατευτική δράση της έναντι των κινδύνων διάβρωσης: παρεμβάλλεται μεταξύ βροχής και εδάφους και μειώνει τη μηχανική δύναμη των σταγόνων της βροχής, σκεπάζει το έδαφος με φύλλα και κλαδιά που παίζουν τον ίδιο ρόλο, εξασφαλίζει την καλή διαπερατότητα του εδάφους με την ενσωματωμένη σ' αυτό οργανική ουσία, συγκρατεί το έδαφος με το δίκτυο των υπόγειων ριζών και σταματά τα μόρια του εδάφους που μπορεί να παρασυρθούν με τα εμπόδια που παρεμβάλλει. Σε ένα τυπικό παράδειγμα δάσους, το 95% του ετήσιου νερού της βροχής, παγιδεύεται από το πλέγμα των ριζών, παραμένει κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και ελευθερώνεται με αργό ρυθμό ανεφοδιάζοντας τα υπόγεια νερά, την ατμόσφαιρα, τα ποτάμια και τα ρυάκια. Σε περιοχές αποψιλωμένες από τα δάση μόνο 5% του ετήσιου νερού της βροχής συγκρατείται στο διαβρωμένο έδαφος (βλ. Δάσος και Έδαφος.)
        Σε μεσογειακού τύπου περιοχές, η απογύμνωση των απότομων πλαγιών μπορεί να προκαλέσει πλημμύρες και διαβρώσεις. Πραγματικά, σ’ αυτές τις περιοχές έχουμε συγκεντρωμένες βροχοπτώσεις το χειμώνα, βίαιες καταιγίδες, απότομες κλίσεις, ασυνέχεια στη βλάστηση, λεπτά εδάφη. Ακόμη, τα ποτάμια εμφανίζουν έντονη εποχιακή και διαχρονική διακύμανση της ροής, αλλά κυρίως εκδηλώνουν ξαφνικές και βίαιες πλημμύρες. Αυτά τα χαρακτηριστικά εξηγούν γιατί το νερό, αντί να διηθηθεί και να κατακρατηθεί στο έδαφος, απορρέει επιφανειακά και συμβάλλει στη διάβρωση (βλ. Έδαφος). Για παράδειγμα, η καταστροφή του δάσους από πυρκαγιά στη Θάσο και οι ανθρώπινες παρεμβάσεις στην κοίτη ορισμένων χειμάρρων θεωρήθηκαν οι αιτίες των καταστροφικών πλημμύρων του 1989, στο δυτικό τμήμα του νησιού.
        Το πρόβλημα είναι οξύτερο στις τροπικές περιοχές. Στις ήδη ευάλωτες από την άποψη των πλημμύρων περιοχές των μουσώνων, ο άνθρωπος καθίσταται συνυπεύθυνος για τις πλημμύρες που γίνονται απειλητικότερες με την καταστροφή των δασών στα Ιμαλάια. Η ποσότητα του χώματος που χάνεται κάθε χρόνο ως αποτέλεσμα της καταστροφής των δασών είναι εντυπωσιακή. Στο Νεπάλ, που έχει χάσει το 90% των δέντρων του από τη δεκαετία του 1940, 2 εκατομ. τόνοι χώματος ξεπλένονται από τα ποτάμια κάθε χρόνο.


Φράγματα.
 

        Η αντιμετώπιση των αυξανόμενων αναγκών του ανθρώπου για νερό, είτε προορίζεται για τη γεωργία, είτε για την παραγωγή ενέργειας, είτε για την κάλυψη αναγκών των πόλεων, καθώς και η ανάγκη αντιμετώπισης των πλημμύρων οδήγησε σε πολλαπλασιασμό των φραγμάτων σε αριθμό και μέγεθος. Σε παγκόσμιο επίπεδο καταγράφονται περίπου 48 χιλιάδες μεγάλα φράγματα. Περίπου τα μισά από αυτά ανήκουν στην Κίνα (World Commission on Dams 2000).  
        Πραγματικά, η συγκράτηση του γλυκού νερού που φεύγει από τα ποτάμια στη θάλασσα, θα μπορούσε να ικανοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τις ανθρώπινες ανάγκες. Για παράδειγμα, το νερό του ποταμού Κονγκό που απορρέει κάθε χρόνο στη θάλασσα, υπολογίζεται σε 1,35 τρισ. κυβ. μ., νερό αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες τέσσερις φορές περισσότερων ανθρώπων από τον πληθυσμό της Αφρικής. Το νερό που φεύγει από τον Αμαζόνιο προς τη θάλασσα κάθε χρόνο, 6,8 τρισ. κυβ. μ., είναι αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες του διπλάσιου πληθυσμού της Γης.
       Εδώ, ωστόσο, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το νερό που "φεύγει" προς τη θάλασσα, μπορεί να μην προσφέρει άμεσα οφέλη σε όρους ύδρευσης και άρδευσης, διαδραματίζει όμως καθοριστικό ρόλο στην ισορροπία των οικοσυστημάτων ενώ παράλληλα υποστηρίζει με ποικίλους τρόπους τις ανθρώπινες κοινωνίες. Μεταξύ των σημαντικότερων ωφελειών θα πρέπει να αναφερθούν (WWF-Ελλάς http://politics.wwf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=689&Itemid=384): (α) η υποστήριξη της παραγωγικότητας των παράκτιων οικοσυστημάτων από το γλυκό νερό που εισρέει, (β) η συντήρηση της θαλάσσιας αλιείας με την εισροή γλυκού νερού και θρεπτικών στοιχείων, δεδομένου ότι πολλά ψάρια της θάλασσας γεννούν τα αυγά τους σε εκβολές και δέλτα ποταμών, (γ) η διατήρηση της μορφολογίας των πλημμυρικών πεδιάδων καθώς και των εκβολών των ποταμών, χάρη στα φερτά υλικά και τα θρεπτικά στοιχεία που εισρέουν, και επομένως η διατήρηση των ενδιαιτημάτων των ειδών που ζουν εκεί, (δ) η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στο γλυκό και αλμυρό νερό, η οποία συμβάλλει στην μείωση του κινδύνου υφαλμύρινσης των υπόγειων υδροφορέων από την είσοδο θαλασσινού νερού, (ε) η δημιουργία εξαιρετικά εύφορων γεωργικών εδαφών στις εκβολές των ποταμών χάρη στη μεταφορά ιζημάτων, (στ) η προστασία των αμμωδών ακτών από τη διαβρωτική δύναμη των κυμάτων χάρη στην αντίσταση που παρέχει το νερό και τα φερτά υλικά των ποταμών. 
 
Πίνακας 2
Ευρωπαϊκές και Μεσογειακές χώρες με περισσότερα από 50 μεγάλα φράγματα και αντίστοιχος αριθμός φραγμάτων

Ισπανία
Τουρκία
Γαλλία
Ιταλία
Ην. Βασίλειο
Νορβηγία
Γερμανία
Αλβανία
Ρουμανία
Σουηδία
Βουλγαρία
Ελβετία
1196
625
569
524
517
335
311
306
246
190
180
156
Αυστρία
Τσεχία
Αλγερία
Πορτογαλία
Μαρόκο
Ρωσία
Τυνησία
Πρ. Γιουγκοσλαβία
Φινλανδία
Κύπρος
Σλοβακία
Ελλάδα
149
118
107
103
92
91
72
69
55
52
50
46

Πηγή: World Commission on Dams 2000, Annex V (προσαρμογή), Κουτσογιάννης Δ. 2007.

        Στην Ελλάδα, μετά από το 1950 αρχίζουν να κατασκευάζονται τα πρώτα φράγματα εκτροπής στη Μακεδονία στον Αξιό και τον Αλιάκμονα, και στην Αιτωλοακαρνανία στον Αχελώο. Την ίδια εποχή κατασκευάζεται το φράγμα του Ταυρωπού ή Μέγδοβα στη Θεσσαλία, παραποτάμου του Αχελώου, του οποίου τα νερά μετά από υδροστροβιλισμό για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας εκτρέπονται από την πλευρά του Ιονίου στην πλευρά του Αιγαίου και εκρέουν στη λεκάνη απορροής του θεσσαλικού Πηνειού. Μετά από το 1960 κατασκευάζονται δυο υδροηλεκτρικά φράγματα στον Αχελώο στα Κρεμαστά και στο Καστράκι, και τρία στον Αλιάκμωνα (Πολύφυτο, Σφικιά, Ασωμάτων). Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν 46 μεγάλα φράγματα (Πίνακας 2).  
        Η εξέταση του χάρτη των φραγμάτων και της εκτροπής δείχνει ότι τα περισσότερα φράγματα βρίσκονται στην πλευρά του Ιονίου. Αυτό συμβαίνει γιατί οι βροχές είναι πιο άφθονες και κανονικές σ' αυτή την πλευρά. Οι πιο εκτεταμένες κοιλάδες και πεδιάδες βρίσκονται προς την πλευρά του Αιγαίου, εξ ου και τα σχέδια εκτροπής προς την πλευρά του Αιγαίου των νερών που προέρχονται από την πλευρά του Ιονίου. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η εκτροπή του Αχελώου προς τη Θεσσαλία για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας και την άρδευση σημαντικών εκτάσεων. Πρόκειται για το πιο μεγάλο και το πιο αμφισβητούμενο σύγχρονο έργο. Ένα από τα κύρια επιχειρήματα αμφισβήτησης είναι ότι σημαντικοί υγρότοποι της δυτικής Ελλάδας θα στερηθούν το απαραίτητο γλυκό νερό. Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν κινητοποιηθεί περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολίτες.  Έχουν κατατεθεί προσφυγές στο ΣτΕ και το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο έχει ήδη εκδώσει τέσσερις καταδικαστικές αποφάσεις και έχει ζητήσει τη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Εντούτοις, το έργο προχωράει και το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. εκτιμά ότι σε 3-4 χρόνια το νερό του Αχελώου θα φτάσει στον θεσσαλικό κάμπο (Τζαναβάρα 2008). Στην πραγματικότητα όμως τα έργα δεν προχωρούν με την ταχύτητα που αναμενόταν, εξαιτίας χρηματοδοτικών προβλημάτων. 
        Τα φράγματα, λοιπόν, μπορεί να έχουν και αρνητικές πλευρές. Στην Ελλάδα, όπως και στη Ν. Ευρώπη, τα φράγματα σ' ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν το σταμάτημα της ροής των ποταμών στα κατάντη των φραγμάτων για εβδομάδες ακόμη και μήνες (π.χ. Αξιός, Στρυμών, Νέστος). Οι συνέπειες της αποξήρανσης είναι αναπόφευκτα δραματικές για τα ψάρια των ποταμών και σε σημαντικό βαθμό για τα ψάρια των παραθαλάσσιων ζωνών. Η απορροή γλυκού νερού και θρεπτικών στοιχείων την άνοιξη ή αργά το φθινόπωρο στα Δέλτα και πιο ανοιχτά έχει για ορισμένα είδη ψαριών καθοριστική σημασία για την ωοτοκία τους στη θάλασσα.
        Τα τελευταία χρόνια η λειτουργικότητα των γιγαντιαίων φραγμάτων, κυρίως στις αναπτυσσόμενες περιοχές, αμφισβητείται έντονα. Οι πολλών ειδών διαταραχές που προκαλούν είναι, ενδεχομένως, μεγαλύτερες από τα οφέλη που μπορεί να αποφέρουν.
 

Τα μεγάλα φράγματα αμφισβητούνται για:
  • τις κοινωνικές επιπτώσεις της υποχρεωτικής μετεγκατάστασης,
  • την απώλεια καλής ποιότητας γης κάτω από τις τεχνητές λίμνες των φραγμάτων,
  • το πρόβλημα της απώλειας νερού στις θερμές και ξηρές περιοχές μέσω εξάτμισης από την τεχνητή λίμνη και τους διαύλους καθώς και από τις υψηλές διαρροές στα δίκτυα διανομής (και λόγω του υψηλού κόστους εφαρμογής της απαιτούμενης τεχνολογίας),
  • την έξαρση ορισμένων ασθενειών και συγκεκριμένα της ελονοσίας και της σχιστοσωμίασης,
  • την εκδήλωση σεισμών εξαιτίας της πίεσης που ασκεί η μεγάλη ποσότητα του νερού σε γεωλογικά εύθραυστα εδάφη, και τέλος
  • το ότι οι τεχνητές λίμνες των φραγμάτων γρήγορα γεμίζουν με ιλύ.


Ανταγωνισμός για τη χρήση του νερού.
 

        Οι ανάγκες για νερό στο σύγχρονο κόσμο διαρκώς διευρύνονται, γεγονός που οδηγεί σε μια σειρά ανταγωνισμών. Είναι βέβαιο ότι τα προβλήματα ανταγωνισμού αποκτούν ιδιαίτερη οξύτητα στις μεσογειακές χώρες, όπου, εκτός από τις επικρατούσες φυσικές και οικονομικές συνθήκες, η κατάσταση περιπλέκεται από την υποβάθμιση των υδατικών πόρων του μεσογειακού χώρου με προέλευση εκτός του χώρου αυτού, και από τον πολλαπλασιασμό των κρατών που μοιράζονται τον ίδιο πόρο.
        Όλες οι χρήσεις του νερού δεν είναι ίδιες. Στις μεσογειακές περιοχές, οι αγρότες καταναλώνουν το περισσότερο νερό. Η ανεπάρκεια ή ακρίβεια του νερού μπορούν να εξουδετερώσουν τις αγροτικές χρήσεις προς όφελος άλλων προτεραιοτήτων (π.χ. του τουρισμού). Αυτού του τύπου το πρόβλημα τίθεται με οξύ τρόπο στα νησιά και τις περιοχές που τροφοδοτούνται με άντληση από τους υδροφόρους ορίζοντες, ενώ είναι ανύπαρκτο στις περιοχές με τα μεγάλα ποτάμια (Έβρος, Ροδανός, Πάδος, Νείλος, Γκουανταλκιβίρ), όπου τα άφθονα νερά μπορούν να διανεμηθούν με χαμηλό κόστος σε μεγάλες εκτάσεις καλλιεργούμενων γαιών.
        Η προτεραιότητα στις ανθρώπινες και τις αστικές ανάγκες, που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, δείχνει ότι αυτό το φαινόμενο θα γίνει κανόνας στα επόμενα χρόνια για χώρες όπως το ανατολικό Μαρόκο, η Αλγερία, και η Τυνησία, των οποίων ο αστικός πληθυσμός αυξάνει με ταχύτατους ρυθμούς. Στον Πίνακα 3 φαίνεται η αύξηση του αστικού πληθυσμού του Μαρόκου και της Τυνησίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 καθώς και οι μεταβολές των ποσοστών χρήσης του νερού ανά τομέα.
 
Πίνακας 3
Εξέλιξη αστικού πληθυσμού και ποσοστών χρήσης νερού στο Μαρόκο και την Τυνησία

Συνολικός πληθυσμός (χιλιάδες άτομα)
Αστικός Πληθυσμός (χιλιάδες άτομα)
Ποσοστό γεωργικής χρήσης νερού (%)
Ποσοστό αστικής χρήσης νερού (%)

1992
2002
1992
2002
1992
2002
1992
2002
Μαρόκο
25.638
30.120
12.778
17.110
92,2
87,4
4,92
9,76
Τυνησία
8.543
9.781
5.084
6.182
88,7
82,0
8,49
13,8

Πηγή πρωτογενών δεδομένων: FAO-AQUASTAT http://www.fao.org/nr/water/aquastat/data/query/index.html

        Σε ορισμένες περιοχές της Ισπανίας, η επέκταση της αστικής ζήτησης δεν μπορεί να ικανοποιηθεί παρά με προσφυγή σε ταμιευτήρες που αρχικά προορίζονταν για τη γεωργία. Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν τη σοβαρότητα των εντάσεων που αναμένεται να οξυνθούν. Ακόμη, οι υπερβολικές απολήψεις στα ανάντη θα μπορούσαν να υποθηκεύσουν την ικανοποίηση των αναγκών στα κατάντη με αποτέλεσμα νέες εστίες εντάσεων. Εκτός από την κατακράτηση υπάρχει και η εκτροπή, που οδηγεί το νερό προς άλλες λεκάνες απορροής (π.χ. Εύηνος, Αχελώος) και αποτελεί μια σοβαρή προσβολή στα κεκτημένα δικαιώματα ή στην ανάπτυξη των περιοχών που βρίσκονται στα κατάντη της λήψης. Σε αυτά προστίθενται και οι οικολογικές διαταραχές που συνδέονται με την ελάττωση της παροχής.
 
 

Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΣΙΜΟΥ ΝΕΡΟΥ

Η επεξεργασία του νερού πριν φτάσει στις βρύσες μας ως πόσιμο, είναι απαραίτητη καθώς εκτός από τα διάφορα στερεά που συμπαρασύρει στο πέρασμά του (λάσπη, κλαδιά κ.λπ.), μπορεί να περιέχει παθογόνους μικροοργανισμούς. Η επεξεργασία του νερού ύδρευσης, που έχει συγκεντρωθεί στους ταμιευτήρες, γίνεται σε ειδικές μονάδες που ονομάζονται ‘Μονάδες Επεξεργασίας Νερού Ύδρευσης’ (ΜΕΝΥ). Μια τυπική ΜΕΝΥ υποβάλλει το νερό σε 4-5 στάδια επεξεργασίας:
1ο στάδιο: Στο πρώτο στάδιο προστίθεται χλώριο με σκοπό την θανάτωση των μικροβίων που περιέχει και τη διευκόλυνση της μετέπειτα επεξεργασίας του.
2ο στάδιο: Στη συνέχεια προστίθεται διάλυμα θειικού αργιλίου προκειμένου τα στερεά σωματίδια που περιέχονται στο νερό να συσσωματωθούν (κροκίδωση).
3ο στάδιο: Τα συσσωματωμένα στερεά, έχοντας μεγαλύτερο βάρος, κατακάθονται σε ειδικές δεξαμενές (καθίζηση).
4ο στάδιο: Τα πιο ελαφρά σωματίδια που δεν έχουν καθιζάνει, κατακρατούνται σε ειδικά αμμόφιλτρα.
5ο στάδιο: Εφόσον το αρχικό στάδιο χλωρίωσης δεν έχει δώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα, ακολουθεί δεύτερη (και τελευταία) χλωρίωση, πριν το νερό οδηγηθεί στο δίκτυο ύδρευσης.

Αυτή είναι συνοπτικά η επεξεργασία που υφίσταται το πόσιμο νερό στις ΜΕΝΥ της Αττικής, αλλά και της υπόλοιπης Ελλάδας.






Ο «ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ» ΤΩΝ ΛΥΜΑΤΩΝ

        Τα ακάθαρτα νερά που διοχετεύονται στις αποχετεύσεις των σπιτιών, από τα μπάνια, τις τουαλέτες, τις κουζίνες, τα πλυντήρια, τα ονομάζουμε οικιακά λύματα. Αντίστοιχα, τα υγρά απόβλητα των βιομηχανιών τα λέμε βιομηχανικά λύματα.
        Τα οικιακά και τα βιομηχανικά λύματα μπορούν να υποστούν κάποια επεξεργασία ώστε ο τελικός αποδέκτης, που είναι συνήθως η θάλασσα, τα ποτάμια ή οι λίμνες, να μη ρυπανθεί από τις βλαβερές ή, ενδεχομένως, τοξικές ουσίες που περιέχουν.
        Θα εξετάσουμε μια απλοποιημένη διαδικασία επεξεργασίας των λυμάτων μιας πόλης σε μια ‘Μονάδα Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων’ (ΜΕΥΑ) ή, όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται σε εκλαϊκευμένη ορολογία, σε έναν ‘Βιολογικό Καθαρισμό’.
        Συνήθως μια μεγάλη πόλη διαθέτει ένα κεντρικό αποχετευτικό δίκτυο όπου διοχετεύονται τα οικιακά και βιομηχανικά της (εκείνα που δεν έχουν πολύ υψηλή τοξικότητα) λύματα.
        Πρωτοβάθμια επεξεργασία: Τα λύματα του αποχετευτικού δικτύου περνούν από μηχανικές σχάρες όπου απομακρύνονται όλα τα μεγάλα στερεά υλικά που περιέχει το νερό, όπως κομμάτια ξύλου, μετάλλων, υφάσματα, πλαστικά κ.λπ. Τα λύματα, απαλλαγμένα από τα μεγάλα στερεά υλικά, διοχετεύονται σε μία σειρά από ειδικές δεξαμενές και καθαρίζονται από τα αιωρούμενα μικροσκοπικά στερεά υλικά ως εξής: τα βαρύτερα υλικά κατακάθονται στον πυθμένα των δεξαμενών (πρωτοβάθμια καθίζηση) ενώ τα ελαφρύτερα επιπλέουν υπό μορφή αφρού και απομακρύνονται μηχανικά. Επίσης εδώ τα λύματα καθαρίζονται από λάδια και πετρελαιοειδή που μπορεί να περιέχουν.
        Απαλλαγμένα από όλα αυτά τα μεγάλα ή μικροσκοπικά «σκουπίδια» και τα λάδια που επιπλέουν, τα λύματα είναι συνήθως έτοιμα για να υποστούν τον «βιολογικό καθαρισμό».
        Δευτεροβάθμια επεξεργασία: Είδαμε προηγουμένως ότι η απομάκρυνση των ενοχλητικών ουσιών από το νερό γίνεται μηχανικά. Δηλαδή με σχάρες ή παρόμοιες μεθόδους απομακρύνουμε οτιδήποτε επιπλέει ή αιωρείται στο νερό καθώς και ό,τι κατακάθεται στον πυθμένα των δεξαμενών. Εκτός όμως από αυτές τις ουσίες, μέσα στα λύματα υπάρχουν και οργανικές χημικές ουσίες που δεν φαίνονται με γυμνό μάτι και προκαλούν ρύπανση. Τις ουσίες αυτές τις απομακρύνουμε με τη βοήθεια ζωντανών μικροοργανισμών, και γι' αυτό λέμε ότι «καθαρίζουμε» βιολογικά το νερό.
        Οι μικροοργανισμοί που χρησιμοποιούνται είναι βακτήρια που ζουν καταναλώνοντας αυτές τις οργανικές χημικές ουσίες, τρέφονται από αυτές και τις μετατρέπουν, μέσω του μεταβολισμού τους, σε άλλες, ακίνδυνες.
        Έτσι λοιπόν στο στάδιο του «βιολογικού καθαρισμού» διοχετεύεται το νερό σε μεγάλες δεξαμενές που είναι εφοδιασμένες με κατάλληλες ποσότητες βακτηρίων. Τα βακτήρια αρχίζουν τη δράση τους και καθαρίζουν το νερό.
        Οι δεξαμενές του βιολογικού καθαρισμού πρέπει να οξυγονώνονται καλά, επειδή τα βακτήρια για να ζήσουν και να μπορούν να δουλεύουν αποτελεσματικά χρειάζονται αρκετό οξυγόνο. Η οξυγόνωση γίνεται μέσα στις δεξαμενές με τη χρήση μεγάλων αναδευτήρων που περιστρέφονται και ανακατεύουν το νερό. Ένας άλλος τρόπος είναι να διοχετεύουμε αέρα με πίεση μέσα στο νερό της δεξαμενής.
        Στη συνέχεια τα λύματα οδηγούνται στις δεξαμενές δευτεροβάθμιας καθίζησης. Στον πυθμένα των δεξαμενών αυτών κατακάθεται μια λάσπη (μίγμα μικροοργανισμών και οργανικών συστατικών των λυμάτων) η οποία απομακρύνεται και επεξεργάζεται με ειδικό τρόπο. Στη λάσπη αυτή συγκεντρώνεται σχεδόν το σύνολο του ρυπαντικού φορτίου που έχει απομείνει στα απόβλητα. Από τις δεξαμενές δευτεροβάθμιας καθίζησης, το νερό που επιπλέει, υπερχειλίζει τις δεξαμενές και οδηγείται στη χλωρίωση, ώστε να θανατωθούν και οι τελευταίοι παθογόνοι μικροοργανισμοί που πιθανώς έχουν επιβιώσει. Το νερό, απαλλαγμένο πλέον από το 95% περίπου του ρυπαντικού του φορτίου οδηγείται στον τελικό αποδέκτη (π.χ. θάλασσα). Εφόσον κριθεί σκόπιμο, για λόγους ευαισθησίας του οικοσυστήματος, μεσολαβεί η τριτοβάθμια επεξεργασία.
        Ο βιολογικός καθαρισμός μπορεί να φτάσει σε τέτοιο βαθμό τον καθαρισμό του νερού, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα και για πόσιμο, αν και κάτι τέτοιο δεν εφαρμόζεται.
        * Σημειωτέον ότι η λάσπη από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια καθίζηση υφίσταται ειδική επεξεργασία, η οποία περιλαμβάνει συμπύκνωση, σταθεροποίηση, αφυδάτωση και ξήρανση. Από τη διαδικασία αυτή μπορεί να παραχθεί ενέργεια που θα τροφοδοτήσει τη λειτουργία της μονάδας. Το τελικό προϊόν συνήθως εναποτίθεται σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ), ενώ, υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί ένα μέρος να αξιοποιηθεί και ως λίπασμα (εδαφοβελτιωτικό).
        Τριτοβάθμια επεξεργασία: Η τριτοβάθμια επεξεργασία στοχεύει στην  απομάκρυνση του αζώτου και του φωσφόρου με βιολογικές ή χημικές μεθόδους.

        Οι Μονάδες Επεξεργασίας των Υγρών Αποβλήτων είναι σήμερα υποχρεωτικές σε όλους τους Δήμους της χώρας μας. Ορισμένες βιομηχανίες και επιχειρήσεις (π.χ. ξενοδοχεία) είναι υποχρεωμένες να επεξεργάζονται μεμονωμένα τα λύματά τους σε δικές τους μονάδες. Μάλιστα, συχνά το καθαρισμένο νερό χρησιμοποιείται για το πότισμα του γκαζόν και των άλλων φυτών του χώρου του ξενοδοχείου.
        Στην Αττική υπάρχουν δύο ΜΕΥΑ, μία στη Μεταμόρφωση και μία στο νησάκι Ψυττάλεια. Στη μονάδα της Μεταμόρφωσης επεξεργάζονται τα λύματα των βορείων προαστίων καθώς και τα βοθρολύματα όσων βόθρων λειτουργούν ακόμα στην Αττική. Τα υπόλοιπα λύματα της Αθήνας καταλήγουν στον Ακροκέραμο του Κερατσινίου, όπου υφίστανται την αρχική επεξεργασία (αφαίρεση άμμου και ογκωδών στερεών) και με δύο υποθαλάσσιους αγωγούς οδηγούνται στη μονάδα της Ψυττάλειας. Εκεί υφίστανται ολοκληρωμένη (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια) επεξεργασία, κατά την οποία επιτυγχάνεται η ελαχιστοποίηση του ρυπαντικού φορτίου, πριν καταλήξει το καθαρό πλέον νερό στη θάλασσα.

Πηγή: ΕΥΔΑΠ http://www.eydap.gr/media/Stagonoulis/stagonoulispopup/gr/032.htm, Ντούλας κ.ά. 2007.

 
 
Διαχείριση της ζήτησης του νερού. 
 
        Η ζήτηση του νερού διαρκώς αυξάνεται. Στις μεσογειακές περιοχές, όπου η διαθεσιμότητα του νερού είναι περιορισμένη, τίθεται σήμερα επιτακτικά το ζήτημα της ‘διαχείρισης της ζήτησής’ του. Σύμφωνα με το Blue Plan για το αειφόρο μέλλον της Μεσογειακής λεκάνης (http://www.planbleu.org/themes/eauUk.html), η διαχείριση της ζήτησης του νερού αποτελεί μια σύγχρονη προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει όλες τις δράσεις και τα συστήματα οργάνωσης που επιδιώκουν την επέκταση των τεχνολογικών, κοινωνικών, οικονομικών, θεσμικών και περιβαλλοντικών αποδόσεων στις ποικίλες χρήσεις του νερού. Αυτό σημαίνει τον διπλασιασμό της απόδοσης στην κατανάλωση του νερού χάρη στην ταυτόχρονη αύξηση της αποδοτικότητας των τρόπων με τους οποίους ικανοποιούνται οι ανάγκες αλλά και εκείνων με τους οποίους το νερό κατανέμεται στις διάφορες χρήσεις. Σύμφωνα με το ίδιο Σχέδιο, εκτιμάται ότι η εφικτή δυνητική εξοικονόμηση νερού μπορεί να ανέλθει στο 24% της ζήτησης που καταγράφηκε το 2000 στο επίπεδο της λεκάνης της Μεσογείου. Απαιτείται, συνεπώς, μια φειδωλή διαχείριση του νερού που θα είναι οικονομικά αποτελεσματική και κοινωνικά αποδεκτή και θα σέβεται τις διάφορες φάσεις του υδρολογικού κύκλου.
        Οι κάτοικοι των πόλεων, συνηθισμένοι στην σχετική επάρκεια προηγούμενων δεκαετιών, φαίνεται να αγνοούν ότι αυτή η επάρκεια είναι πολύ εύθραυστη και ότι η εξασφάλιση της, πέρα από το οικονομικό κόστος, έχει επιφέρει, ενδεχομένως, μείωση στο παραγωγικό δυναμικό ορισμένων περιοχών (π.χ. λόγω περιορισμού της δυνατότητας άρδευσης) ή ακόμη οικολογικές διαταραχές σε ορισμένα οικοσυστήματα. Η συνειδητοποίηση του προβλήματος θα πρέπει να οδηγήσει στον περιορισμό της κατανάλωσης. Σε περιοχές με έντονα προβλήματα λειψυδρίας – δηλαδή έλλειμμα επαρκών αποθεμάτων νερού – (π.χ. στα νησιά των Κυκλάδων), οι άνθρωποι θα πρέπει να υιοθετήσουν ξανά πρακτικές εξοικονόμησης νερού τις οποίες είχαν επεξεργαστεί παλαιότερες κοινωνίες (συγκέντρωση των ομβρίων υδάτων σε ταράτσες και δεξαμενές) και η σύγχρονη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη (π.χ. τουρισμός) είχε οδηγήσει στην εγκατάλειψη.
        Η αρδευόμενη γεωργία, ο μεγαλύτερος καταναλωτής νερού (βλ. Αγροοικοσυστήματα), θα πρέπει να επιδιώξει μια πιο ορθολογική χρήση του αρδευτικού νερού. Επιβάλλεται να αξιοποιήσει υδατικούς πόρους που μέχρι σήμερα έμεναν ανεκμετάλλευτοι (με την κατασκευή μικρών φραγμάτων και δεξαμενών που βεβαίως δεν θα υπονομεύουν την καλή τροφοδοσία των υπόγειων νερών), να αξιοποιήσει τις δυνατότητες της σύγχρονης αρδευτικής τεχνολογίας (π.χ. «στάγδην» άρδευση), να βελτιώσει την αρδευτική τεχνική ώστε να γίνεται αποτελεσματικότερη χρήση του νερού χωρίς τις τεράστιες σημερινές απώλειες από τα αρδευτικά δίκτυα, να χρησιμοποιεί εναλλακτικούς υδατικούς πόρους (π.χ. επαναχρησιμοποίηση), να αξιοποιήσει τα υπόγεια νερά αλλά και να περιορίσει την ανεξέλεγκτη κατάσταση όσον αφορά την άντληση τους που διακυβεύει την ίδια τους την ύπαρξη. Τέλος, η επιλογή λιγότερο υδροβόρων καλλιεργειών μπορεί να συμβάλει σημαντικά στον περιορισμό των αρδεύσεων. Στη Μεσόγειο η δυνητική εξοικονόμηση νερού στον τομέα της γεωργίας μπορεί να είναι πενταπλάσια από τον τομέα της αστικής χρήσης νερού. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τονιστεί ότι η εξοικονόμηση νερού στη γεωργία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους αγρότες. Μια ολοκληρωμένη Στρατηγική για την αγροτική ανάπτυξη που θα προβλέπει τις απαραίτητες οικονομικές επενδύσεις και τα κατάλληλα διαχειριστικά εργαλεία, καθώς επίσης τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών (Κουτσογιάννης 2007), αποτελεί πρωτίστως ευθύνη της Πολιτείας.
        Η βιομηχανία, επίσης, θα πρέπει να συμβάλλει στην οικονομία νερού με τη αύξηση της αποδοτικότητας χρήσης του νερού και τη γενίκευση της ανακύκλωσης, στις περιπτώσεις που αυτό είναι εφικτό.
        Σ’ αυτό το πλαίσιο διαχείρισης εντάσσονται και οι προσπάθειες επανάκτησης των ήδη χρησιμοποιηθέντων για διάφορους σκοπούς νερών. Η ανακύκλωση του νερού με τη μέθοδο του «βιολογικού καθαρισμού» των υγρών αποβλήτων, κυρίως αστικών και ορισμένων βιομηχανικών, έχει αρχίσει να εφαρμόζεται ευρύτατα σε πολλές χώρες του κόσμου. Η τεχνολογία αυτή επιτρέπει την απόκτηση νερού καταλλήλου ακόμη και για πόση. Συνήθως όμως, το παραγόμενο νερό δεν φτάνει σ' αυτό το ποιοτικό επίπεδο, γιατί η εφαρμογή της μεθόδου γίνεται πολύπλοκη και εξαιρετικά δαπανηρή. Έτσι, το νερό που έχει υποστεί «βιολογικό καθαρισμό», χρησιμοποιείται κυρίως από τη γεωργία (για άρδευση) και τη βιομηχανία. Πάντως, ανεξάρτητα από τη χρήση του νερού, το σπουδαιότερο πλεονέκτημα που προκύπτει από τον «βιολογικό καθαρισμό» είναι η εξουδετέρωση των συνεπειών της ρύπανσης. Πραγματικά, τα ρυπασμένα αστικά και βιομηχανικά λύματα μπορούν να απαλλαγούν, με αυτή τη μέθοδο, από ορισμένους ρύπους που συνιστούν απειλή για τη δημόσια υγεία ή για τα οικοσυστήματα και κατόπιν να διοχετευθούν στους φυσικούς αποδέκτες.
        Η χρήση του θαλασσινού νερού, αφού προηγουμένως υποστεί τη διαδικασία της αφαλάτωσης, θα μπορούσε να καλύψει ανάγκες σε πόσιμο νερό. Αφαλάτωση σημαίνει διαχωρισμός του γλυκού νερού από τα άλατα που περιέχει. Η τεχνική της αφαλάτωσης είναι γνωστή από πολύ παλιά. Σήμερα οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι είναι πολλές. Ωστόσο, το υψηλό κόστος των εγκαταστάσεων αφαλάτωσης κάνει απαγορευτική τη χρήση του παραγόμενου νερού για οποιοδήποτε άλλο σκοπό εκτός από την πόση.


Επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους υδατικούς πόρους
 
        Η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια σημαντική σύγχρονη απειλή για τους υδατικούς πόρους, με πολλαπλές διαστάσεις. Μεταβάλλοντας τους υδρολογικούς κύκλους και τα συστήματα μπορεί να επηρεάσει την ένταση και τη συχνότητα των πλημμύρων και των ξηρασιών, τη διαθεσιμότητα και τη ζήτηση του νερού, την ποιότητα του νερού σε όρους θερμοκρασίας και συγκέντρωσης νιτρικών κ.ά. (Environment Agency 2007). Αυτές οι αλλαγές με τη σειρά τους μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες σε κοινωνικο-οικονομικά και περιβαλλοντικά αγαθά, λειτουργίες και υπηρεσίες. Ήδη έχουν καταγραφεί οι πρώτες επιπτώσεις σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, ενώ εάν δεν περιοριστεί δραστικά το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής αναμένονται ακόμα πιο δραματικές επιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι σημαντικότερες επιπτώσεις που έχουν καταγραφεί ή προβλέπεται να συμβούν συνοψίζονται (European Environment Agency 2007):
 
  • Στην μεταβολή της ροής ποταμών και στην αύξηση των πλημμύρων. Λόγω της μεταβολής των βροχοπτώσεων και της θερμοκρασίας, η ετήσια ποσότητα νερού που αποστραγγίζει σε ορισμένους ποταμούς (κυρίως της ανατολικής Ευρώπης) έχει αυξηθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ αντίστροφα σε άλλους ποταμούς (κυρίως της νότιας Ευρώπης) έχει μειωθεί. Οι διαφορές αυτές μάλιστα τείνουν να αυξηθούν. Επιπλέον, προβλέπεται να συμβούν εποχιακές μεταβολές στη ροή του νερού εξαιτίας του περιορισμού των συνολικών κατακρημνίσεων με τη μορφή χιονιού και της συγκέντρωσής τους σε βορειότερες περιοχές της Ευρώπης που έχουν μεγάλο υψόμετρο. Αυτό σημαίνει την αύξηση των χειμερινών απορροών νερού και του κινδύνου πλημμύρων σε αυτές τις περιοχές (π.χ. Βορειοευρωπαϊκά και Αλπικά ποτάμια) σε αντίθεση με τις νοτιότερες και πιο πεδινές περιοχές που θα αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας. Σε ό,τι αφορά την αύξηση της συχνότητας και της έντασης των πλημμύρων, ο κίνδυνος συνδέεται και με την αύξηση των ακραίων βροχοπτώσεων σε περιορισμένες χρονικές περιόδους ακόμα και το καλοκαίρι. 
  • Στα φαινόμενα ξηρασίας και λειψυδρίας. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών η Ευρώπη έχει γνωρίσει τέσσερα μεγάλα επεισόδια ξηρασίας: 1976, 1989-1991, 2003 και 2005. Η βασική αιτία τέτοιων επεισοδίων είναι η έλλειψη βροχοπτώσεων και η μεταβολή του χρονισμού των υδατικών ροών. Το φαινόμενο πλήττει κυρίως τη νότια Ευρώπη. Οι υπόγειοι υδροφορείς τροφοδοτούνται με μικρότερες ποσότητες νερού εξαιτίας της συρρίκνωσης των περιόδων βροχόπτωσης και του περιορισμού των κατακρημνίσεων με τη μορφή χιονιού (το οποίο ως νερό φιλτράρεται και συγκρατείται πιο εύκολα και σε μεγαλύτερη διάρκεια από τους υπόγειους υδροφορείς). Οι απαιτήσεις των καλλιεργειών και του τουρισμού στη νότια Ευρώπη δημιουργεί επιπλέον πιέσεις στη ζήτηση νερού κατά τις ξηρές περιόδους, διογκώνοντας το πρόβλημα της λειψυδρίας και της εξάντλησης των υπόγειων νερών.
  • Στην ποιότητα των νερών. Η αύξηση της θερμοκρασίας του αέρα συντελεί στην αντίστοιχη αύξηση της θερμοκρασίας των νερών. Η θερμοκρασία των Ευρωπαϊκών ποταμών και λιμνών έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα κατά 1-3οC. Η αύξηση αυτή συνεπάγεται τη μείωση της περιεκτικότητας οξυγόνου δεδομένου ότι οι βιολογικοί ρυθμοί αναπνοής των υδάτινων οργανισμών αυξάνουν ανάλογα. Επιπρόσθετα, πολλά ενδιαιτήματα μεταβάλλονται, ενώ η κατανομή και εξάπλωση των υδάτινων οργανισμών επίσης αλλάζει. Η θερμική διαστρωμάτωση των λιμνών διαταράσσεται, ενώ η μεταβολή του χρονισμού της διάλυσης των πάγων που καλύπτουν ορισμένες λίμνες έχει σημαντικές οικολογικές συνέπειες στη βιοποικιλότητα και την παραγωγικότητά τους. Τέλος, μεταβάλλεται ο κύκλος των νιτρικών στα υδατικά οικοσυστήματα με αποτέλεσμα την εμφάνιση φαινομένων υπερβολικής αύξησης άλγεων και ευτροφισμού.
  • Σε ποικίλες δευτερογενείς κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις που οφείλονται στις επιπτώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω και συνδέονται με τομείς ανθρώπινων δραστηριοτήτων όπως η γεωργία, η δασοπονία, η παραγωγή ενέργειας, η ύδρευση, ακόμα και η ναυσιπλοΐα.

Ολοκληρωμένη διαχείριση υδατικών πόρων
 
        Τα τελευταία χρόνια η προσέγγιση που έχει γίνει ευρέως αποδεκτή για τη διαχείριση και προστασία του νερού ανταποκρίνεται σε μια συστημική και αειφορική οπτική η οποία περιλαμβάνει κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους. Η ‘ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών πόρων’ στηρίζεται στη λογική ότι οι ποικίλες χρήσεις και λειτουργίες του νερού (π.χ. ύδρευση, άρδευση, περιβαλλοντικές λειτουργίες, τουρισμός, ενέργεια κ.λπ.) είναι αλληλεξαρτώμενες. Όλες αυτές οι χρήσεις και λειτουργίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό της διαχείρισης του νερού. Παρόλα αυτά μέχρι πρόσφατα η διαχείριση του νερού γινόταν ουσιαστικά σε τομεακό επίπεδο και ήταν κατακερματισμένη σε πολλές υπηρεσίες με διαφορετικές προτεραιότητες και συμφέροντα. Επιπλέον, σε διεθνές επίπεδο, αν και υπήρχαν παραδείγματα καλών διακρατικών συνεργασιών για τη διαχείριση των κοινών υδατικών αποθεμάτων (π.χ. μιας διασυνοριακής λίμνης), σε πολλές περιπτώσεις κάθε κράτος είχε τη δική του πολιτική διαχείρισης ανεξάρτητα από τα γειτονικά κράτη.
        Η νέα ολοκληρωμένη προσέγγιση προωθεί τη διαχείριση των υδατικών πόρων σε επίπεδο λεκάνης απορροής (Βλ. Επιφανειακά νερά). Μια λεκάνη απορροής μπορεί να περιλαμβάνει επιμέρους λεκάνες (των παραπόταμων) ή να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης λεκάνης. Ο σχεδιασμός σε επίπεδο λεκάνης απορροής υπαγορεύει την αναγκαιότητα να λαμβάνονται υπόψη όλες οι φυσικές διεργασίες και οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα μέσα σε αυτήν καθώς επίσης να συνυπολογίζονται οι ανάγκες όλων των ανθρώπων και των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Επιπλέον υποδηλώνει τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ γειτονικών οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή ακόμα και γειτονικών χωρών που «μοιράζονται» την ίδια λεκάνη απορροής. Και αυτό διότι η ρύπανση ή η εξάντληση των υδατικών αποθεμάτων σε ένα σημείο της λεκάνης μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις σε ένα άλλο σημείο που βρίσκεται σε χαμηλότερο σημείο (κατάντη) της λεκάνης αυτής.
        Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την Οδηγία Πλαίσιο για το νερό (2000/60/ΕΚ - http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l28002b.htm) επιχειρεί να προωθήσει σε όλα τα κράτη-μέλη της τη λογική της ολοκληρωμένης διαχείρισης.