Προσπελάσεις (Views): 5487
Πακέτο: Α. ΠΟΛΛΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ: Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στο Δημοτικό Σχολείο

Ενότητα: Θάλασσα

Κεφάλαιο: ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ - Οι επιδράσεις του ανθρώπου στη θαλάσσια ζωή

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ
 
Οι επιδράσεις του ανθρώπου στη θαλάσσια ζωή
 
        Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ζωή στη θάλασσα χαρακτηρίζεται από ποικιλομορφία και αφθονία τόσο στο βυθό όσο και στο πέλαγος. Ίσως αυτά τα δυο χαρακτηριστικά να παρέσυραν τον άνθρωπο να δει ψυχρά τη θαλάσσια ζωή ως πηγή πρώτων υλών για τη διατροφή και για άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η βιομηχανία.
        Οι ανθρωποκεντρικές έννοιες «χρήσιμο είδος» και «άχρηστο είδος», που άστοχα αναφέρονται ακόμα σε διάφορα εγχειρίδια, δεν έχουν καμιά θέση στη σφαιρική - οικολογική θεώρηση της θαλάσσιας ζωής. Αν σκεφτούμε ότι οι θάλασσες καλύπτουν τα 7/10 της επιφάνειας του πλανήτη μας και ότι σ' αυτόν τον τεράστιο χώρο, σε όσο βάθος φτάνει το φως του ήλιου, τα θαλάσσια φυτά φωτοσυνθέτουν παράγοντας οξυγόνο και οργανικά μόρια, ενώ μικρά και μεγάλα θαλάσσια ζώα, από τις αβύσσους έως την επιφάνεια της θάλασσας, συγκροτούν μια γιγαντιαία τροφική πυραμίδα, τότε έχουμε συλλάβει την πραγματική διάσταση της συμβολής της θαλάσσιας ζωής στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας του πλανήτη μας.
Δυστυχώς, η στάση του ανθρώπου απέναντι στη θαλάσσια ζωή δεν εξελίχθηκε ανάλογα με τον πολιτισμό του. Έτσι, ενώ στην ξηρά ο συλλέκτης καρπών και κυνηγός άνθρωπος των σπηλαίων εξελίχθηκε σε νομάδα βοσκό ή αγρότη καλλιεργητή, στη θάλασσα ο ίδιος αυτός άνθρωπος παραμένει κατά κύριο λόγο συλλέκτης και κυνηγός (ψαράς).
        Η ποικιλία και η αφθονία της θαλάσσιας ζωής κάλυπταν έως τα μέσα του 20ού αιώνα τις ανάγκες της ανθρωπότητας παρά τη ληστρική εκμετάλλευση της θάλασσας από τον άνθρωπο. Σήμερα όμως, τη στιγμή που ο ανθρώπινος πληθυσμός παρουσιάζει δραματική αύξηση, τα μέσα αλιείας τελειοποιήθηκαν αποδεκατίζοντας τη θαλάσσια ζωή και οι ανθρώπινες δραστηριότητες (π.χ. βιομηχανία) ρυπαίνουν τη θάλασσα εμποδίζοντας τη φυσική ανανέωση των αποθεμάτων της, ο άνθρωπος πρέπει επιτέλους να πάψει την πρωτόγονη αντιμετώπιση της θαλάσσιας ζωής.
        Στο Σχήμα 2 παρουσιάζεται η διαχρονική εξέλιξη της θαλάσσιας αλιευτικής παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο (εξαιρουμένων των ιχθυοκαλλιεργειών). Ενώ η παραγωγή αυτή στις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν ξεπερνούσε τα 20 εκατ. τόνους, το 2004 έφτασε τα 95 εκατ. τόνους. Και αν τα τελευταία 20 χρόνια φαίνεται η παραγωγή αυτή να σταθεροποιείται, αυτό μπορεί να εξηγηθεί από δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι η δραματική μείωση των ιχθυοαποθεμάτων εξαιτίας της εντατικοποίησης της αλιείας κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με τον FAO (2007), το 2005 το 52% των αλιευτικών αποθεμάτων βρισκόταν υπό πλήρη εκμετάλλευση σε σχέση τα μέγιστα αειφορικά επίπεδα, και περίπου το 25% υπεραλιεύονταν ή άγγιζε τα όρια της εξάντλησης. Στην εντατικοποίηση της αλιείας με την παράλληλη καταστροφή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων έχουν συμβάλει ορισμένες μέθοδοι και μέσα, μεταξύ των οποίων τα νάιλον δίχτυα και τα αφρόδιχτα, το δίχτυ-πουγκί, οι τράτες, τα γρι-γρι και φυσικά οι δυναμίτες (Γεωργόπουλος 1998). Τα υψηλότερα ποσοστά (69-77%) πλήρως εκμεταλλευόμενων αποθεμάτων εντοπίζονται στον δυτικοκεντρικό και ανατολικοκεντρικό Ατλαντικό, στον βορειοδυτικό Ατλαντικό, στον δυτικό Ινδικό και στον βορειοδυτικό Ειρηνικό. Τα υψηλότερα ποσοστά (46-60%) των υπερεκμεταλλευόμενων αποθεμάτων εντοπίζονται στον νοτιοανατολικό Ατλαντικό, στο νοτιοανατολικό Ειρηνικό και στον βορειοανατολικό Ατλαντικό. Εξάλλου, τέσσερις ευρύτερες περιοχές παράγουν το 68% των παγκόσμιων θαλάσσιων αλιευμάτων. Πρόκειται για τον βορειοδυτικό Ειρηνικό (25%), τον νοτιοανατολικό Ειρηνικό (18%), τον δυτικοκεντρικό Ειρηνικό (13%) και τον βορειοανατολικό Ατλαντικό (12%). Τα περισσότερα από τα είδη που περιλαμβάνονται στις δέκα πρώτες θέσεις της παγκόσμιας αλίευσης (και αποτελούν το 30% των παγκόσμιων αλιευμάτων) ήδη εκμεταλλεύονται πλήρως ή υπεραλλιεύονται (FAO 2007). Η χώρα μας, δυστυχώς, δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της υπερεκμετάλλευσης των ιχθυοαποθεμάτων και της συνεπαγόμενης υποβάθμισης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Σχήμα 2
Εξέλιξη της παγκόσμιας αλιευτικής παραγωγής
(εξαιρουμένων των ιχθυοκαλλιεργειών) 
 Πηγή: FAO 2007.

        Ο δεύτερος λόγος που εξηγεί τη σχετική σταθεροποίηση της θαλάσσιας αλιευτικής παραγωγής είναι η εντυπωσιακή εξέλιξη στον τομέα των υδατοκαλλιεργειών και πιο συγκεκριμένα των ιχθυοκαλλιεργειών.

 

Η υδατοκαλλιέργεια περιλαμβάνει ένα σύνολο τεχνικών με τις οποίες ο άνθρωπος επεμβαίνει στον φυσικό κύκλο της ζωής κάποιων θαλάσσιων οργανισμών για να πετύχει την καλύτερη ανάπτυξη και αναπαραγω­γή, έτσι ώστε να επωφεληθεί στη συνέχεια από τη βελ­τιωμένη παραγωγή της αλιείας των οργανισμών αυτών. Οι θαλάσσιοι οργανισμοί που μπορούν να καλ­λιεργηθούν είναι ορισμένα είδη ψαριών (όπως ο κέφαλος και η τσιπούρα), ορισμένα είδη μαλακίων (όπως τα μύδια και τα στρείδια), διάφορα άλλα ζώα καθώς και ορισμένα φυτά (θαλάσσια φύκη).

 
        Η αρχαιότερη μορφή υδατοκαλλιέργειας είναι η ιχθυοτροφία που γίνεται στις φυσικές λιμνοθάλασσες (βλ. Επιφανειακά νερά) όπου φυσικοί πληθυσμοί ψαριών εισέρχονται για να τραφούν. Ο άνθρωπος ελέγχει απλώς την είσοδο και την έξοδο των ψαριών, φροντίζοντας συγχρόνως για την καλή κατάσταση της λιμνοθάλασσας. Η διαδικασία που περιγράψαμε χαρακτηρίζεται ως εκτατική μορφή καλλιέργειας και είναι η απλούστερη όσον αφορά στη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία. Βασική όμως προϋπόθεση για την επιτυχία της είναι η ύπαρξη εκτεταμένων λιμνοθαλασσών και φυσικών πληθυσμών ψαριών.
        Μια άλλη μορφή υδατοκαλλιέργειας είναι αυτή που γίνεται σε περιορισμένο χώρο όπου ο άνθρωπος ελέγχει τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Τα εκτρεφόμενα είδη αναπαράγονται επίσης τεχνητά και μεγαλώνουν έως το επιθυμητό (εμπορεύσιμο) μέγεθος. Αυτή είναι η εντατική μορφή υδατοκαλλιέργειας που δεν απαιτεί μεγάλες εκτάσεις ή φυσικούς πληθυσμούς, προϋποθέτει όμως την ανάπτυξη μιας αρκετά εξειδικευμένης τεχνολογίας.
        Ανάμεσα στην εκτατική και την εντατική υδατοκαλλιέργεια υπάρχουν όλοι οι συνδυασμοί και μπορεί κανείς να επιλέξει τη μορφή εκείνη που ταιριάζει στον κάθε τόπο.
        Η εντυπωσιακή εξέλιξη στον τομέα των ιχθυοκαλλιεργειών αποτυπώνεται στο Σχήμα 3, σε συνάρτηση με το Σχήμα 2, όπου παρουσιάζεται η συνολική αλιευτική παραγωγή σε παγκόσμιο επίπεδο από το 1950 μέχρι το 2004. Από το Σχήμα αυτό γίνεται φανερό ότι η Κίνα αποτελεί μακράν την πρώτη χώρα σε επίπεδο αλιευτικής παραγωγής από ιχθυοκαλλιέργειες. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι μόλις 6 ισχυροί αλιευτικοί στόλοι (κυρίως της Κίνας και του Περού, και κατ’ επέκταση των ΗΠΑ, Χιλής, Ινδονησίας, Ιαπωνίας) αλιεύουν το 50% της παγκόσμιας αλιευτικής παραγωγής (συμπεριλαμβανομένων των ιχθυοκαλλιεργειών).
 

Σχήμα 3
Εξέλιξη της παγκόσμιας αλιευτικής παραγωγής
(συμπεριλαμβανομένων των ιχθυοκαλλιεργειών)
Πηγή: FAO 2007.

        Πιο συγκεκριμένα, το 2004 αλιεύτηκαν παγκοσμίως 140,5 εκατ. τόνοι ψαριών εκ των οποίων οι 45,5 εκατ. τόνοι οφείλονται στις ιχθυοκαλλιέργειες (27,2 εκατ. τόνοι από ιχθυοκαλλιέργειες εσωτερικών υδάτων και 18,3 εκατ. τόνοι από ιχθυοκαλλιέργειες που βρίσκονται στην ανοικτή θάλασσα). Στις ποσότητες αυτές περιλαμβάνονται οι περίπου 16 εκατ. τόνοι που αλιεύθηκαν από τους κινεζικούς στόλους στις ανοικτές θάλασσες και 30 εκατ. τόνοι που παρήχθησαν από τα κινεζικά ιχθυοτροφεία. Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι εάν οι ιχθυοκαλλιέργειες μπορούν να συμβάλλουν στην αειφορική διαχείριση των θαλάσσιων αλιευτικών πόρων και στην οικολογική ισορροπία των οικοσυστημάτων. 

Πηγή: UNEP 2007.

        Από τη μια, εκφράζεται η άποψη ότι η ιχθυοκαλλιέργεια συνοδευόμενη από την προστασία του περιβάλλοντος και συνδυαζόμενη με την ορθολογική αλιεία, μπορεί να αποτελέσει εξαίρετη πηγή πρωτεϊνών για την ανθρωπότητα χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ισορροπία της φύσης. Πράγματι, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής των ιχθυοκαλλιεργειών κατά την τελευταία δεκαπενταετία (ετήσια αύξηση 8,8%) ξεπερνά κατά πολύ τους αντίστοιχους ρυθμούς αύξησης όλων των τομέων ζωικής παραγωγής και δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι μπορεί να υποστηρίξει σε έναν βαθμό τις διατροφικές ανάγκες της ανθρωπότητας (ο παγκόσμιος πληθυσμός εξακολουθεί να αυξάνει με έναν μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1,4% κατά την τελευταία εικοσαετία). Εξάλλου σήμερα στα ψάρια οφείλεται το 20% της πρωτεΐνης ζωικής προέλευσης που λαμβάνουν οι κάτοικοι των χωρών με χαμηλό εισόδημα (UNEP 2007). Αυτό όμως θα προϋπέθετε, κατ’ αρχάς, μια δίκαιη κατανομή της αλιευτικής παραγωγής από τις ιχθυοκαλλιέργειες, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται εφικτό υπό το πρίσμα της σημερινής λειτουργίας της παγκόσμιας αγοράς. Από την άλλη, οι ιχθυοκαλλιέργειες έχουν κατηγορηθεί για διάφορα ζητήματα, τα οποία συνοψίζονται στην ανησυχία ότι θα αποτελέσουν την «γαλάζια επανάσταση», συνέχεια της «πράσινης επανάστασης», με όσα δεινά έφερε η τελευταία εξαιτίας της εντατικοποίησης της γεωργίας και κτηνοτροφίας. Μεταξύ άλλων, επισημαίνονται τα εξής ζητήματα:
  • Η ανεξέλεγκτη χωροθέτηση και υπερσυγκέντρωση σε περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής ευαισθησίας και η σύγκρουση χρήσεων γης με άλλους τομείς όπως ο τουρισμός και η γεωργία.
  • Ο αθέμιτος ανταγωνισμός με τον τομέα της συμβατικής αλιείας (τόσο σε χωρικό επίπεδο όσο και σε όρους αγοράς), ο οποίος μπορεί να οδηγήσει τους παραδοσιακούς αλιείς σε οικονομικό μαρασμό.
  • Η μη τήρηση των απαραίτητων κανόνων καλής διαβίωσης των ψαριών και υγιεινής των μονάδων.
  • Η ρύπανση και υποβάθμιση των οικοσυστημάτων από τα απόβλητα των ιχθυοκαλλιεργειών (υπολείμματα τροφής, αντιβιοτικά, περιττώματα ψαριών, χημικά καθαρισμού κ.ά.).
  • Η διατάραξη της διαδρομής των ελεύθερων ψαριών, ιδιαίτερα σε σχετικά κλειστές περιοχές, όπως οι κόλποι.
  • Η διαφυγή γόνου ξένων προς το ευρύτερο οικοσύστημα ειδών.
        Ωστόσο, τα τεχνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα της ιχθυοκαλλιέργειας μπορούν να λυθούν εφόσον υπάρχει σωστός πολιτικός σχεδιασμός και η βούληση των ιδιοκτητών των μονάδων να τηρούν τους σωστούς από περιβαλλοντικής σκοπιάς κανόνες λειτουργίας. Με αυτές τις προϋποθέσεις οι ιχθυοκαλλιέργειες θα μπορούσαν πράγματι να συμβάλουν στην οικολογική ισορροπία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.