Προσπελάσεις (Views): 2266
Πακέτο: Α. ΠΟΛΛΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ: Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στο Δημοτικό Σχολείο

Ενότητα: Θάλασσα

Κεφάλαιο: Χρήση των ακτών και κατάχρηση - Κλιματική αλλαγή

Χρήση των ακτών και κατάχρηση - Κλιματική αλλαγή
 
Από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης των ανθρώπινων κοινωνιών ο άνθρωπος ήταν στενά συνδεδεμένος με τη Θάλασσα. Οι περισσότεροι οικισμοί και η μεγαλύτερη συγκέντρωση των ανθρώπων ήταν στις παράκτιες περιοχές. Αρχικά η θάλασσα εξασφάλιζε σημαντικό ποσοστό της διατροφής του και μετά την ανάπτυξη του εμπορίου έγινε ο δρόμος διακίνησης των προϊόντων του, εμπορικών και πολιτιστικών, σε νέες περιοχές. Εξάλλου το κλίμα στις παράκτιες περιοχές είναι πιο ήπιο και «φιλικό» για την εγκατάσταση του. Είναι γνωστό ότι η παραδοσιακή σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα, και γενικότερα με το περιβάλλον, ήταν σε μεγάλο βαθμό αρμονική, χωρίς σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις σ’ αυτό. Η αρμονία αυτή ήταν εν μέρει αποτέλεσμα της ορθότερης ένταξης του ανθρώπου στο περιβάλλον του και του περισσότερο φυσικού τρόπου ζωής του αλλά, κυρίως, οφειλόταν στο ότι δεν υπήρχαν ακόμη τα προϊόντα του σύγχρονου πολιτισμού, της υψηλής τεχνολογίας και του κύκλου της κατανάλωσης ενός σημαντικά αυξημένου πληθυσμού.
Ωστόσο, ο άνθρωπος πολύ νωρίς ξεχώρισε από τον υπόλοιπο έμβιο κόσμο και το φυσικό περιβάλλον, υψώνοντας τον εαυτό του στο ρόλο του κυρίαρχου και του «ιδιοκτήτη» αντιμετωπίζοντας το περιβάλλον σαν ανεξάντλητη εκμεταλλεύσιμη πηγή. Στην προσπάθεια του να καλύψει τις τεράστιες ανάγκες ενός συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού και να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του με τις τεράστιες δυνατότητες των τεχνολογικών επιτευγμάτων, παρεξήγησε τη θέση του και τη δυνατότητα του περιβάλλοντος να αφομοιώνει τα απόβλητα των δραστηριοτήτων του. Η ανεξέλεγκτη απόρριψη κάθε είδους αποβλήτων στη θάλασσα, ιδιαίτερα στις παράκτιες αστικές περιοχές, συχνά χωρίς καμία προηγούμενη επεξεργασία, αποβλήτων που περιέχουν μεγάλες ποσότητες συνθετικών και συχνά τοξικών ουσιών, έχει δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα ρύπανσης των θαλασσών με άμεσες επιπτώσεις στους θαλάσσιους πληθυσμούς και έμμεσα στον άνθρωπο.
        Παρόλο που η ανάπτυξη του πολιτισμού και της τεχνολογίας εξασφάλισε στον άνθρωπο τη βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου και τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα του σε διαφορετικά περιβάλλοντα, σήμερα, ένα μεγάλο ποσοστό του ανθρώπινου πληθυσμού ζει στις παράκτιες περιοχές. Πιο συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι το 38% του ανθρώπινου πληθυσμού ζει σε ένα μικρό κομμάτι, το 7,6%, της χερσαίας επιφάνειας του πλανήτη, μια «στενή» παράκτια λωρίδα γης. Οι περισσότερες μεγάλες πόλεις βρίσκονται εκεί, τα μεγάλα λιμάνια, που συγκεντρώνουν το σύνολο σχεδόν των οικονομικών και άλλων δραστηριοτήτων. Η μέση πληθυσμιακή πυκνότητα της παράκτιας ζώνης αυξήθηκε από 77 άτομα ανά τετρ. χλμ. το 1990 σε 87 άτομα ανά τετρ. χλμ. το 2000 και εκτιμάται ότι το 2050 ο αριθμός αυτός θα έχει φτάσει τα 134 άτομα ανά τετρ. χλμ. Σημαντικό ποσοστό φυσικών πόρων (πρώτων υλών) και ενέργειας αντλείται από τον παράκτιο χώρο.
Η ανάπτυξη των εφαρμογών και των επιμέρους επιστημών του κλάδου της Ωκεανογραφίας εξασφαλίζουν ακόμη μεγαλύτερη εκμετάλλευση του θαλάσσιου χώρου και υπόσχονται ανακούφιση σοβαρών σύγχρονων προβλημάτων. Παράλληλα η έλλειψη ισόρροπης ανάπτυξης και ορθής διαχείρισης, η εξάντληση φυσικών πόρων και η συσσώρευση στο περιβάλλον των αποβλήτων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, μέσω της παραγωγικής διαδικασίας και της κατανάλωσης, έχουν δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα υποβάθμισης του, τα οποία συχνά γίνονται τροχοπέδη για τις αναπτυξιακές δραστηριότητες αλλά και απειλή για τον ίδιο τον άνθρωπο. Ιδιαίτερα η ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, που εντοπίζεται κύρια στις παράκτιες αστικές περιοχές, καταστρέφει τα φυσικά οικοσυστήματα, με πολλαπλές περαιτέρω αρνητικές επιδράσεις στους τροφικούς πόρους, την υγεία, την εξαφάνιση βιολογικών ειδών (βλ. Απειλούμενα είδη) και ακόμα την αναψυχή και τον τουρισμό.
Παράκτια έργα, όταν δεν είναι κατάλληλα σχεδιασμένα έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι παράμετροι του περιβάλλοντος, έχουν ως αποτέλεσμα τη διάβρωση των ακτών. Είναι ακόμη γνωστή η πρόβλεψη για σταδιακή άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ως αποτέλεσμα του «φαινομένου του θερμοκηπίου», λόγω της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη και του λιώσιμου των πάγων, η οποία πιθανώς να επιφέρει καταστροφή ή και εξαφάνιση μεγάλου ποσοστού των σημερινών παράκτιων περιοχών (βλ. Αέρας). Τέλος, λόγω της ύπαρξης συγκρουόμενων συμφερόντων, συχνά προκύπτει και θέμα νομικό, που άπτεται της διαχείρισης και της χρήσης των ακτών.


Κλιματική αλλαγή

        Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την κλιματική αλλαγή, το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό ζήτημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο πλανήτης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο οι οικισμοί και οι ανθρώπινες δραστηριότητες που αναπτύσσονται στις παράκτιες περιοχές όσο και τα θαλάσσια και παράκτια οικοσυστήματα κινδυνεύουν από σοβαρές επιπτώσεις. Σημαντικές αλλαγές στα φυσικοχημικά και γεωχημικά χαρακτηριστικά της θάλασσας, όπως η άνοδος της επιφανειακής θερμοκρασίας και της στάθμης του νερού, η μείωση της επιφάνειας των πάγων που καλύπτουν του πόλους, οι μεταβολές της αλατότητας, της αλκαλικότητας, της κυκλοφορίας του νερού κ.ά., συνεπάγονται ραγδαίες μεταβολές στην οικολογική δομή των ωκεανών, των θαλασσών και των ακτών και, κατ’ επέκταση, στις λειτουργίες, τις υπηρεσίες και τα αγαθά που παρέχουν.
        Η μεταβολή της θερμοκρασίας της επιφάνειας των ωκεανών (όπως άλλωστε και του αέρα – βλ. Αέρας) είναι ήδη γεγονός εδώ και αρκετές δεκαετίες. Κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα η μέση θερμοκρασία της επιφάνειας της θάλασσας σε παγκόσμιο επίπεδο αυξήθηκε κατά 0,5 οC. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις αναφέρουν αύξηση μεταξύ 1,1 και 4,6 οC στα προσεχή εκατό χρόνια (σε σχέση με τα επίπεδα του 1990). Ειδικότερα όμως στη Μεσόγειο, από το 1982 έως το 2003 καταγράφηκε μέση αύξηση 2,2-2,6 οC (European Environment Agency 2007).
        Αναφορικά με τη στάθμη της θάλασσας, κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα έχει καταγραφεί μέση αύξηση κατά 0,17 μέτρα, ενώ οι εκτιμήσεις αναφέρουν μέση αύξηση 0,18-0,59 μέτρων μέχρι το τέλος του αιώνα που διανύουμε. Ωστόσο, στην μέση αυτή αύξηση δεν καταγράφονται οι διαφορές από περιοχή σε περιοχή. Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των θαλάσσιων ρευμάτων, την ατμοσφαιρική πίεση και τη μορφολογία του εδάφους, οι μεταβολές αυτές μπορεί να ανέλθουν σε πολύ μεγαλύτερα επίπεδα. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας οφείλεται κατά κύριο λόγο στο λιώσιμο των πάγων της Γροιλανδίας και της Ανταρκτικής. Όμως και στην Αρκτική, κατά το χρονικό διάστημα 1978-2005 η επιφάνεια των πάγων συρρικνωνόταν με μέσο ρυθμό της τάξης του 2,7% ανά δεκαετία. Ο αντίστοιχος υπολογισμός της μεταβολής του πάχους των πάγων δεν είναι ιδιαίτερα εύκολος. Παρόλα αυτά υπολογίζεται ότι από το 1960 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 υπήρξε μια μέση μείωση στο σύνολο της επιφάνειας των πάγων της Αρκτικής κατά 10-15%. Υπολογίζεται ότι εάν οι πάγοι της Αρκτικής εξακολουθήσουν να λιώνουν με τους ρυθμούς των τελευταίων ετών, μέχρι το 2100 θα έχουν εξαφανιστεί (European Environment Agency 2007).
        Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας απειλεί παράκτιους οικισμούς σε περιοχές με πολύ χαμηλό υψόμετρο, και κυρίως σε μικρά νησιά των ωκεανών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα νησιά Tuvalu. Πρόκειται για ένα μικρό και απομονωμένο κράτος του Κεντρικού Ειρηνικού (κοντά στα νησιά Fiji) που αποτελείται από 9 μικρές κοραλλιογενείς ατόλες (νησίδες) με συνολικό πληθυσμό περίπου 10.000 κατοίκων και μέγιστο υψόμετρο 5 μέτρα. Το 2007 η Κυβέρνηση του Tuvalu έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στη διεθνή κοινότητα, μετά τη διαπίστωση ότι η άνοδος της στάθμης της θάλασσας έχει ήδη προκαλέσει κατά τα τελευταία χρόνια την περιμετρική απώλεια 1 μέτρου γης. Οι δυσοίωνες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι εάν η στάθμη της θάλασσας εξακολουθήσει να ανυψώνεται με τον ίδιο ρυθμό τα νησιά κινδυνεύουν να εξαφανιστούν μέσα σε 30-50 χρόνια (http://www.tuvaluislands.com/warming.htm).
        Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στα θαλάσσια οικοσυστήματα ποικίλουν. Οι θερμοκρασιακή μεταβολή μπορεί να επιδράσει τόσο στο μεταβολισμό, την αυξητική περίοδο, όσο και στην κατανομή (εξάπλωση) των οργανισμών. Μαζικοί θάνατοι ψαριών και άλλων θαλάσσιων οργανισμών, υπερβολικός πολλαπλασιασμός ορισμένων άλγεων εις βάρος άλλων οργανισμών αποτελούν πιθανές εξελίξεις. Ο μαζικός θάνατος κοραλλιών στη Μεσόγειο το 1999 είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επιπλέον, τα αυξημένα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα μπορεί να προκαλέσουν την αύξηση της οξύτητας των θαλασσών και αυτή με τη σειρά της τον περιορισμό της ασβεστοποίησης, δηλαδή της δυνατότητας  ορισμένων θαλάσσιων οργανισμών να «χτίζουν» τα κελύφη και τους σκελετούς τους.
        Το λιώσιμο των πάγων μπορεί, από την άλλη, να προκαλέσει μεταβολές στην διείσδυση του φωτός, στην αλατότητα αλλά και στην διαθεσιμότητα ενδιαιτημάτων. Το τελευταίο αφορά κυρίως τα είδη που ζουν στα οικοσυστήματα των πάγων (από άλγη μέχρι φώκιες και πολικές αρκούδες). Ακόμα, το λιώσιμο των πάγων οδηγεί στην μείωση της προστασίας των ακτών απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα, στην αύξηση της διάβρωσης, των πλημμύρων καθώς και στη διασπορά ρύπων.
        Τέλος, οι παραπάνω οικολογικές μεταβολές είναι πιθανό να επηρεάσουν τη θαλάσσια αλιεία και την παραγωγή των υδατοκαλλιεργειών, καθώς επίσης να αυξήσουν τους κινδύνους της ανθρώπινης υγείας εξαιτίας της εμφάνισης επιδημιών από βακτήρια και πληθυσμιακές εκρήξεις επιζήμιων άλγεων (European Environment Agency 2007).