Προσπελάσεις (Views): 1653
Πακέτο: Α. ΠΟΛΛΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ: Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στο Δημοτικό Σχολείο

Ενότητα: Αγροοικοσυστήματα: Από την παραγωγή στην κατανάλωση

Κεφάλαιο: Ευρύτερες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές επιπτώσεις

Ευρύτερες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές επιπτώσεις
 
Με τη βοήθεια των μεθόδων της εντατικοποιημένης γεωργίας παράγονται σήμερα πλεονάσματα πολλών αγροτικών προϊόντων: δημητριακών, γαλακτοκομικών, κρέατος, κρασιού και ελαιούχων σπόρων. Η Ε.Ε., στην προσπάθεια της να απαλλαγεί από αυτά, τα αποσύρει (το φαινόμενο των «χωματερών» στην Ελλάδα), τα αποθηκεύει, ή τα επιδοτεί και τα προωθεί στην παγκόσμια αγορά σε πολύ χαμηλές τιμές. Μέσω του συστήματος των επιδοτήσεων, η Ε.Ε. «πληρώνει» κάποιο ποσοστό από το κόστος παραγωγής ή εξαγωγής των προϊόντων στους παραγωγούς ή τους εξαγωγείς αντίστοιχα, και έτσι τα προϊόντα αυτά φτάνουν στον τελικό καταναλωτή σε αξία χαμηλότερη από την πραγματική τους. Αυτή η διαδικασία, όχι μόνο απαιτεί πολλά χρήματα, αλλά προκαλεί αθέμιτο ανταγωνισμό στη διεθνή αγορά και πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Από την άλλη όμως, η αποθήκευση και η διάθεση αυτών των πλεονασμάτων, ακόμα και η καταστροφή τους, απαιτεί εξίσου μεγάλα ποσά. Όσο εντατικοποιείται η παραγωγή και αυξάνονται οι αποδόσεις, τόσο αυξάνονται τα αποθέματα και το ποσό που απαιτείται για τη διαχείριση ή την καταστροφή τους.
Με την εφαρμογή της παραπάνω πολιτικής δημιουργείται μεγάλη ένταση στις σχέσεις της Ε.Ε. και των άλλων μεγάλων οργανισμών ή χωρών που εμπορεύονται διεθνώς αγροτικά προϊόντα όπως οι Η.Π.Α. και η ομάδα CAIRNS που περιλαμβάνει εξαγωγείς όπως η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Αργεντινή, οι οποίοι δεν θέλουν να διαθέτουν τα προϊόντα τους σε υπερβολικά χαμηλές τιμές. Ακόμα περισσότερο, λόγω των επιδοτήσεων της Κ.Α.Π., τα αγροτικά προϊόντα μικρότερων χωρών του φτωχού Νότου παύουν και αυτά να είναι ανταγωνιστικά τόσο διεθνώς, όσο και μέσα στην ίδια τους τη χώρα.
Για παράδειγμα, σε αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής, το σιτάρι της Ε.Ε. πουλιέται 40% φτηνότερα από την κρατική τιμή, ενώ το βοδινό κρέας από χώρες της Ε.Ε. πουλιέται 80% χαμηλότερα από την παγκόσμια τιμή εμπορίας. Είναι αλήθεια ότι με τις επιδοτήσεις της Ε.Ε. στα αγροτικά της προϊόντα, πολλές χώρες έχουν βραχυπρόθεσμο κέρδος γιατί πληρώνουν λιγότερο ξένο συνάλλαγμα για να τα αγοράσουν. Μακροπρόθεσμα όμως, το σύστημα αυτό αυξάνει την εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές και μειώνει την εγχώρια παραγωγή ποικίλων αγροτικών προϊόντων. Σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, πολλοί παραγωγοί αναγκάζονται να καλλιεργούν εξαγώγιμα προϊόντα όπως καφέ, κακάο, ζάχαρη, αραχίδες και προϊόντα για ζωοτροφές, σταματώντας την παραγωγή προϊόντων για τη διατροφή τους. Έτσι, οι τελευταίοι στηρίζουν την επιβίωση τους αποκλειστικά στο εισόδημα που αποκομίζουν από την πώληση των εξαγώγιμων προϊόντων. Επειδή όμως οι τιμές των τελευταίων μειώθηκαν σημαντικά τελευταία στην παγκόσμια αγορά, οι παραγωγοί αυτοί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν το απαραίτητο εισόδημα για να ζήσουν. Έτσι, εγκαταλείπουν τα αγροκτήματα τους και μετακινούνται στις πόλεις, δημιουργώντας μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά και οικολογικά προβλήματα όχι μόνο στις αστικές περιοχές που μεταναστεύουν, αλλά και στις αγροτικές περιοχές που έμειναν έρημες. Η καλλιεργήσιμη γη είτε εγκαταλείπεται και διαβρώνεται (βλ. Έδαφος), είτε συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια.
Η υπερπαραγωγή ζωικών προϊόντων στο δυτικό κόσμο πολλές φορές στηρίζεται σε πρώτες ύλες που εισάγονται από χώρες του «Τρίτου Κόσμου». Διάφοροι αναπτυξιακοί οργανισμοί που ελέγχονται από τα πλούσια βιομηχανικά κράτη όπως η World Bank προώθησαν αυτό το μοντέλο ενεργά, με μεγάλα αναπτυξιακά προγράμματα. Η παραγωγή των ζωοτροφών γίνεται σε χώρες όπως η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ταϊλάνδη και μετά οι ζωοτροφές εξάγονται στις Δυτικές χώρες. Το σύστημα αυτό όχι μόνο επεκτείνει τη χρήση χημικών εισροών στις φτωχές χώρες, αλλά σε πολλές περιοχές εκτοπίζει την παραγωγή προϊόντων για τη διατροφή των ντόπιων. Στη Βολιβία, π.χ., ο αυτόχθονος πληθυσμός διώχτηκε από τη γη του και μεγάλες εκτάσεις τροπικού δάσους καταστράφηκαν για να καλλιεργηθεί σόγια που εξάγεται στις δυτικές χώρες για ζωοτροφή.
Η εντατική κτηνοτροφία στην Ευρώπη, αλλά και τις Η.Π.Α., εκτός από τα παγκόσμια κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιουργεί, είναι υπεύθυνη και για τη διατάραξη του κύκλου των θρεπτικών στοιχείων μέσα στα αγροοικοσυστήματα. Οι ζωοτροφές αντιπροσωπεύουν μεγάλες ποσότητες θρεπτικών στοιχείων και ενέργειας που συσσωρεύονται στις χώρες με εντατική κτηνοτροφία με τη μορφή υποπροϊόντων (υγρή και στερεή κοπριά), ενώ οι χώρες που τις εξήγαγαν αντιμετωπίζουν προβλήματα έλλειψης θρεπτικών στοιχείων και ενέργειας. Ως προσπάθεια επίλυσης αυτού του προβλήματος, δυτικές χώρες, όπως η Ολλανδία, επεξεργάζονται τα υποπροϊόντα ώστε να μπορούν να μεταφερθούν στις χώρες απ' όπου προήλθαν οι ζωοτροφές, αλλά αυτό απαιτεί την κατανάλωση τεράστιων ποσών ενέργειας από μη ανανεώσιμους φυσικούς πόρους.