Προσπελάσεις (Views): 4204
Πακέτο: Α. ΠΟΛΛΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ: Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στο Δημοτικό Σχολείο

Ενότητα: Επιφανειακά Νερά: Υγρότοποι - Ποτάμια - Λίμνες

Κεφάλαιο: ΠΟΤΑΜΙΑ

ΠΟΤΑΜΙΑ
 
Τα ρέοντα νερά περιλαμβάνουν τους ποταμούς, τα ρυάκια και τους χείμαρρους. Τροφοδοτούνται από τα υπόγεια νερά που αναβλύζουν από τις πηγές, τις βροχές και τα χιόνια που λιώνουν και ξεκινώντας από μικρά υδάτινα ρεύματα στα βουνά (ανάντη περιοχές) σταδιακά ενώνονται σχηματίζοντας το υδρογραφικό δίκτυο μιας λεκάνης απορροής.
Ο αριθμός των κλάδων των επιμέρους ρευμάτων μιας λεκάνης απορροής καθώς και το μήκος του κάθε κλάδου δεν είναι τυχαία, αλλά καθορίζονται από μια σειρά νόμων διακλάδωσης. Η διατύπωση των νόμων αυτών αποτελεί αντικείμενο έρευνας της φυσικής γεωγραφίας. Σε όλα τα ποτάμια διακρίνουμε τρεις γεωμορφολογικές ενότητες· τον άνω, τον μέσο και τον κάτω ρου. Ο άνω ρους αντιστοιχεί στο ορεινό τμήμα του ποταμού όπου τα νερά κυλούν με μεγάλη ταχύτητα διαβρώνοντας το έδαφος (βλ. Έδαφος). Ο μέσος ρους αντιστοιχεί στο κέντρο των ποτάμιων κοιλάδων, χαρακτηρίζεται από ευθύγραμμες κοίτες, όπου η διάβρωση και η απόθεση βρίσκονται σε δυναμική ισορροπία. Ο κάτω ρους αντιστοιχεί στην έξοδο από την ποτάμια κοιλάδα. Εδώ η ροή επιβραδύνεται, τα φερτά υλικά του ποταμού συσσωρεύονται και συχνά αναγκάζουν τον ποταμό ν’ αλλάξει κοίτη σχηματίζοντας μαιάνδρους. Ο κάτω ρους τελειώνει στις εκβολές όπου συχνά σχηματίζονται εκτεταμένοι υγρότοποι από εγκαταλειμμένες κοίτες και λιμνοθάλασσες που είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης θάλασσας - ποταμού.
Ένας ποταμός αφενός δέχεται διάφορες εισροές από τη λεκάνη απορροής του, αφετέρου επιδρά στη ζωή της αλλουβιακής (προσχωσιγενούς) του πεδιάδας. Μέχρι το 1975, οι μελέτες των ποτάμιων συστημάτων ήταν αποσπασματικές, π.χ. μελέτη ενός αλλουβιακού παραποτάμιου δάσους της ευρείας κοίτης ή μιας λίμνης της πλημμυρικής πεδιάδας του ποταμού (πεδιάδα κατάκλισης). Όμως μετά το 1975 εκδηλώθηκε έντονο ενδιαφέρον για πιο σύνθετες μελέτες. Με την πρόοδο της οικολογίας του τοπίου κατά τη δεκαετία του '80 και την ανάπτυξη της ολιστικής προσέγγισης, λαμβάνονται όλο και περισσότερο υπόψη οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των οικοσυστημάτων. Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης, η έννοια του «ποτάμιου υδροσυστήματος» επιτρέπει μια νέα, διεπιστημονική προσέγγιση.
Η έννοια αυτή θεωρεί τα μεγάλα ποτάμια ρεύματα σύνθετα συστήματα με τέσσερις διαστάσεις που αποτελούνται από αλληλοεπηρεαζόμενα οικοσυστήματα.
Η κατά μήκος διάσταση αντιστοιχεί στη διαβάθμιση ανάντη - κατάντη που ακολουθεί τη διαδρομή του νερού από τις πηγές και τους ορεινούς χείμαρρους μέχρι τους κεντρικούς κλάδους του ποταμού που απλώνονται στην αλλουβιακή πεδιάδα καταλήγοντας τελικά στις εκβολές.
Η εγκάρσια διάσταση (σχήμα 2) περικλείει την ποικιλότητα των αλληλοεπηρεαζόμενων οικοσυστημάτων που βρίσκονται σε «διάταξη μωσαϊκού» στην αλλουβιακή πεδιάδα (ρέοντα νερά της κύριας-κοίτης και των πλάγιων κλάδων, στάσιμα νερά των εγκαταλειμμένων κοιτών, των παλαιών μαιάνδρων, των ελών, παραποτάμια δάση, χερσαία οικοσυστήματα της αλλουβιακής πεδιάδας, νησίδες του ποταμού).
Η κατακόρυφη διάσταση (σχήμα 2) αναφέρεται στη ζώνωση των επιφανειακών χερσαίων και υδάτινων οικοσυστημάτων και των υπόγειων νερών του υδροφόρου ορίζοντα της αλλουβιακής πεδιάδας. Σ’ όλα αυτά τα επιμέρους οικοσυστήματα, που δημιουργούνται και επηρεάζονται έντονα από τη δυναμική του ποτάμιου οικοσυστήματος, γίνονται ανταλλαγές ενέργειας, ύλης και ζώντων οργανισμών, με αποτέλεσμα την αλληλεξάρτηση τους.
Η χρονική διάσταση περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές, φυσικές ή ανθρωπογενείς, που πραγματοποιούνται μέσα στο χρόνο, έχοντας η καθεμιά τη δική της περιοδικότητα.
Οι αλληλοσυσχετισμοί που, σε κάθε διάσταση, συνδέουν τους μηχανισμούς της δυναμικής του ποτάμιου υδροσυστήματος (παροχή και στερεοπαροχή, διαδικασία διάβρωσης και ιζηματογένεσης, μορφή του δικτύου, ποιότητα του νερού) και τις βιολογικές διαδικασίες (στρατηγικές προσαρμογής, συμπεριφορά, θήρευση, ανταγωνισμός, παραγωγή βιομάζας, διαδοχές) εξηγούν την κατανομή της χλωρίδας και της πανίδας και τη διαφοροποίηση τους στο χρόνο.
Συνεπώς, κατά τη μελέτη αυτών των οικοσυστημάτων, στόχος μας πρέπει να είναι η αποφυγή της κατάτμησης σε επιμέρους φαινόμενα, η οποία δυσκολεύει την κατανόηση της λειτουργίας και η διερεύνηση της ποικιλότητας και πολυπλοκότητας των φυσικών, των χημικών και των βιολογικών φαινομένων καθώς και των ανθρώπινων παρεμβάσεων. Όλα τα ανωτέρω φαινόμενα αλληλεπιδρούν σε διαφορετικές κλίμακες χώρου και χρόνου εξασφαλίζοντας έτσι τη συνοχή αυτών των ιεραρχημένων και ελεγχόμενων από τη δυναμική του νερού «ποτάμιων υδροσυστημάτων».
Στα ποτάμια κυρίαρχο στοιχείο είναι η ταχεία κίνηση του νερού. Η παροχή (όγκος νερού στη μονάδα του χρόνου) και η ροή (απόσταση στη μονάδα του χρόνου) αλληλεπιδρούν με το υπόστρωμα και καθορίζουν τη σύσταση της κοίτης (π.χ. βραχώδης, ιλυώδης). Στα σχετικά επίπεδα τμήματα της υδάτινης ροής μπορεί να σχηματιστούν μαίανδροι. Στο εξωτερικό τμήμα των μαιάνδρων δημιουργούνται περιοχές σχετικά βαθιές και με ταχύτερη ροή. Στην αντίθετη όχθη, οι περιοχές είναι σχετικά αβαθείς λόγω εναπόθεσης ιζημάτων.
Στους ποταμούς της εύκρατης ζώνης, η ανομοιογένεια του ενδιαιτήματος αυξάνει όσο προχωρούμε προς τα κατάντη. Οι ανάντη περιοχές έχουν μικρή ανομοιογένεια. Σ' αυτές υπάρχουν μικρές σχετικά λιμνούλες. Οι κοίτες έχουν λίγο νερό και μικρό πλάτος. Οι φυσικές παράμετροι κυμαίνονται πολύ στη διάρκεια του έτους.
Αντίθετα οι κατάντη περιοχές του ποταμού έχουν πολύ ανομοιογενή ενδιαιτήματα, καλά ανεπτυγμένες λιμνούλες, μεγάλο όγκο νερού και μικρή κύμανση των φυσικών παραμέτρων στη διάρκεια του έτους.
Σχήμα 2
Σχηματοποίηση των αμφίδρομων ροών σύμφωνα με την εγκάρσια διάσταση (ανταλλαγές με τα διάφορα οικοσυστήματα της αλλουβιακής πεδιάδας) και την κατακόρυφη διάσταση (ανταλλαγές με το περιβάλλον του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα)

Αν τα συγκρίνουμε με τα στάσιμα νερά των λιμνών, έννοιες όπως η θερμική ή η χημική στρωμάτωση είναι ασήμαντες. Τα ρέοντα νερά έχουν μεγάλη βιολογική ποικιλότητα (βλ. Απειλούμενα είδη) ακόμα και σε μικρές αποστάσεις.
Γενικά στα ποτάμια απαντούν διαφορετικές βιοκοινότητες από αυτές των λιμνών. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι τα νερά τους έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε οξυγόνο. Οι κοινότητες πλαγκτού σπανίζουν με εξαίρεση τους μεγάλους ποταμούς. Η ταχύτητα ροής του νερού καθορίζει επίσης τον τύπο των οργανισμών που συχνάζουν σε ειδικές περιοχές.
Το ρεύμα έχει τη μεγαλύτερη ένταση στον κύριο ρου και συνιστά περιοριστικό παράγοντα για πολλά είδη ασπόνδυλων ζώων που δεν είναι ικανά ν’ αντισταθούν στη δύναμη του ρεύματος. Το μέγιστο της ταχύτητας ροής μεγάλης μάζας νερού αναπτύσσεται στο κέντρο του ποτάμιου ρεύματος (σχήμα 3), ένα μέτρο περίπου κάτω από την επιφάνεια και αυτό διότι η ταχύτητα μειώνεται αφενός στην επιφάνεια από την τριβή με τον αέρα, αφετέρου κοντά στο βυθό από την τριβή με τον πυθμένα. Τα βενθικά μακροασπόνδυλα ζουν κοντά στις όχθες ή τον πυθμένα, δηλαδή σε ζώνες με μικρή ταχύτητα ροής. Ακόμη και σ' αυτά τα καταφύγια, η ταχύτητα ροής και κυρίως τα τοπικά υδρολογικά χαρακτηριστικά (στροβιλι­σμός, δυνάμεις διάτμησης) συνιστούν δυσμενείς συνθήκες επιβίωσης για πολλά είδη. Μερικά από αυτά τα είδη αντιστέκονται και δεν παρασύρονται από το ρεύμα επιλέγοντας την κατάλληλη στρατηγική προσαρμογής της μορφολογίας ή/και της συμπεριφοράς. Τα είδη που εκτίθενται περισσότερο στο ρεύμα είναι αυτά που ζουν στην επιφάνεια του υποστρώματος (χαλίκια, πέτρες, βράχια) και συγκρατούνται με τη βοήθεια μηχανισμών στήριξης.
Τα ποτάμια ψάρια μεταναστεύουν συνήθως μακριά για να γεννήσουν τ' αυγά τους. Αυτή η μεταναστευτική συμπεριφορά διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Η επιλεκτικότητα του τόπου της αναπαραγωγής σχετίζεται άμεσα με την αντιξοότητα των φυσικοχημικών συνθηκών. Ο πιο σπουδαίος παράγοντας είναι η εποχική και η ετήσια κύμανση της παροχής του νερού.
Τα ψάρια που ζουν σε νερά με μικρές μεταβολές θερμοκρασίας (π.χ. στη Νότια Ευρώπη) επηρεάζονται πολύ από σποραδικές ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες. Τέτοιες συνθήκες προκαλούν σημαντική μεταβολή της αφθονίας των διάφορων ειδών από εποχή σε εποχή και από χρονιά σε χρονιά.
Τέλος, τα τρεχούμενα επιφανειακά νερά μεταφέρουν στον τελικό υδάτινο αποδέκτη τους ρύπους που δέχονται, είτε αυτός είναι θάλασσα είτε λίμνη, με αποτέλεσμα το τελευταίο τμήμα της διαδρομής (εκβολές) να είναι συνήθως εκείνο που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ρύπανση.
Σχήμα 3
Το νερό δεν ρέει με την ίδια ταχύτητα σ' όλη τη διατομή τον ποταμού
Το μήκος των τόξων είναι ανάλογο της ταχύτητας του ρεύματος
what makes people cheat read women that cheat with married men